Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 18ο ΩΣ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ





 

                                                                                                                   του Φωτη Βρακα
ΜΕΡΟΣ Α'
 
Πρόλογος


Με ρώτησαν κάποτε κάτι φίλοι, τι το ιδιαίτερο έχουν αυτοί οι οικισμοί και ασχολούμαι μαζί τους. Ασήμαντα χωριά μου είπαν όπως και πολλά άλλα στην Ελλάδα και είναι γνωστό μου είπαν ότι στην Ελλάδα σε κάθε χωριό, όποια πέτρα και αν σηκώσεις θα βρεις κάτι που να σε οδηγεί στην αρχαιότητα και σε κάποια ιστορία. Αυτό που δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι φίλοι μου ήταν ότι πίσω από τέτοιες μελέτες κρύβεται η περιέργεια και η αγάπη για τον τόπο. Κάποτε στο Μαρόκο σε ένα χωριό στην άκρη της Σαχάρας ένας ντόπιος εκεί μου είπε ότι δεν θα άλλαζε με τίποτα αυτόν τον τόπο. Εννοούσε την έρημο η οποία για μένα αποτελούσε ένα γεωφυσικό φαινόμενο αλλά δεν είχα (σε σχέση με τον Μαροκάνο ,του οποίου οι πρόγονοι διέσχιζαν με καραβάνια όπως μας είπε την έρημο), κάτι τι που να με συνδέει συναισθηματικά μαζί της. Δεν μπορώ να πώ ότι οι συγκεκριμένοι οικισμοί έχουν κάτι το ιδιαίτερο αλλά είμαι της γνώμης ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια μελέτη ή έστω μια αναφορά στην τοπική κοινωνία και ας είναι μόνο για κληροδότημα στις επόμενες γενιές.

Κατά τα άλλα διαβάζοντας διάφορους ιστορικούς και μελετητές θα δούμε ότι αυτόι οι οικισμοί αποτελούν μια γεωγραφική ενότητα και απο την εποχή της ίδρυσης  της καστρόπολης των Ρωγών και μετα το τέλος της.  

H ιστορική εικόνα που έχει διαμορφωθεί στις νεώτερες γενεές όσον αφορά τον τόπο και τους κατοίκους των συγκεκριμένων οικισμών του Ιμάμ Τσαούς, Πέτρας, Καντζά, Στρογγυλής και Ρουμπά προέρχεται από διηγήσεις των ηλικιωμένων, οι οποίες διηγήσεις με τον χρόνο πήραν κάποια ρομαντική μορφή. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια κοινωνία αγροτική που σε κάποια σημεία διαφέρει από πολλές άλλες αγροτικές κοινωνίες στον ελλαδικό χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρέπει να πούμε, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε μια τέτοια εικόνα. Η θέση των οικισμών αυτών κοντά στη θάλασσα και το εμπορικό κράμα Οθωμανών υπηκόων , Βενετών και Βενετών υπηκόων των Επτανήσων καθώς και Γάλλων  έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του αγροτικού χαρακτήρα της περιοχής αυτής.

Καλλιέργεια, Υλοτομία, αλιεία και κτηνοτροφία σημάδεψαν για αιώνες την περιοχή. Ληστεία, επιδημίες και πόλεμοι βασάνιζαν τους κατοίκους. Οθωμανοί, Έλληνες και εξωμότες γαιοκτήμονες (τσιφλικάδες και σπαχήδες) και μια διαφθαρμένη οθωμανική εξουσία έφερναν τους αγρότες στο χείλος της εξαθλίωσης.  Ευχή και κατάρα για τους οικισμούς αυτούς στάθηκε ο βάλτος. Απο τη μια μέν παρείχε τροφή απο την άλλη δε επηδημίες και θάνατο.

Για να καταλάβουμε πώς ήταν η ζωή των χωρικών / αγροτών την εποχή εκείνη, θα κάνω μια αναφορά στον Δρ. της οικονομικής ιστορίας τον κύριο Γεώργιο Προγουλάκη ο οποίος  γράφει για τους αγρότες και χωρικούς στον ελλαδικό χώρο:

«το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνούσε τα 30-35 χρόνια, και οι άνθρωποι αυτόν τον χρονικό ορίζοντα είχαν όταν προσπαθούσαν να σκεφτούν το μέλλον τους και να πάρουν αποφάσεις, προφανώς και οικονομικές. Αν ένας εικοσάρης αποφάσιζε να φυτέψει ελιές, για παράδειγμα, ήταν αμφίβολο αν ο ίδιος θα βρισκόταν στη ζωή όταν, έπειτα από 10-12 χρόνια, τα δέντρα θα άρχιζαν να δίνουν καρπό» 


Για να καταλάβουμε την ζωή των χωρικών στις συγκεκριμένες εποχές πρέπει να δούμε τις ακριβώς ήταν οι οικισμοί αυτοί απο τον 18ο ως τον 20ο αιώνα.

Ιμάμ Τσαούς (Μάμ Τσαούς / Μαμτσαούσι ή Μαμτζαούσι) => Τσιφλίκι μέχρι το 1830. Μέχρι το 1870 κατατάσεται στην Κατηγορία τσιφλίκι Μουαντζέλι, και μετά την αγροτική επανάσταση  το 1882 δηλ. Ο πόλεμος του 1897 το βρίσκει ελευθερο χωριό και η απελευθέρωση το 1912 βρίσκει τους χωρικούς σχεδόν καλά αποκαταστημένους.

Ρουμπάς => Τσιφλίκι και αργότερα ως την απελευθέρωση Μετόχι της μονής προφήτου Ηλία. 



Κάστρο Ρωγών => Απο τον 18ο αιώνα καταυλισμός Σαρακατσάνων και Βλάχων και μετά Μετόχι της μονής Προφήτου Ηλία.

Πέτρα => Τσιφλίκι μέχρι τον πόλεμο του 1897 και ίσως ως την απελευθέρωση του 1912.

Στρογγυλή => Τσιφλίκι  με υποχρέωση την φύλαξη των διβαριών.

Καντζάς ή Κάντζας => Τσιφλίκι και κατόπιν κατηγορία τσιφλίκι μουαντζέλι μέχρι τον πόλεμο του 1897 και ίσως ως την απελευθέρωση του 1912.




Η τοποθεσία Παλιούρι σημ. Ηλιοβούνια σε αντίθεση με τον Ρουμπά, που κατοικούνταν όλες τις εποχές, ή διαμονή των κατοίκων ήταν εποχιακή απο βλαχοποιμένες και γνωρίζουμε ότιο απο την ίδρυση της μονής του προφήτη Ηλία ήταν και αυτό Μετόχι.



H κατάσταση των χωρικών αυτή την περίοδο

 Στις αρχές του 18ου αιώνα ο γάλλος πρόξενος της Άρτας G. Dubroca θεωρεί ότι οι Έλληνες και γενικά οι αγρότες της περιοχής της Άρτας  έχουν εξοικειωθεί με την σκλαβιά τους και δεν μπορούν να φανταστούν μια ελεύθερη ζωή. Οι συνεχείς απειλές ληστών και τουρκαλβανών ήταν μια μάστιγα για τους αγρότες των παραπάνω οικισμών. Μεγάλη καταστροφή έπαθαν οι οικισμοί, όταν στα 1770 τουρκαλβανοί τσάμηδες λεηλάτησαν την περιοχή και αν δεν κάνω λάθος ακόμη και την Άρτα πηγαίνοντας προς την Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξουν την επανάσταση. Πριν καν αρχίσουν τα Ορλοφικά οι ρώσοι είχαν εξοπλίσει αρκετούς χωρικούς στα χωριά του κάμπου και θέλω να πιστεύω, πώς μεταξύ αυτών πρέπει να βρίσκονταν και κάτοικοι των παραπάνω οικισμών, τους οποίους η απελπισία ανάγκασε να στρέψουν τα μάτια τους προς εξέγερση. Αυτό το επιβεβαιώνει και η αλληλογραφία  του γαλλικό προξενείου τους οποίους θεώρησε ταραξίες. Οι γάλλοι είχαν κάθε συμφέρων να μην υπάρχει εξέγερση στα χωριά γιατί αυτό θα είχε επιπτώσεις στο εμπόριο.

Μετά την επανάσταση των Μπούα και Δράκου και την φυγή των κατοίκων στα ορεινά καθώς και με την αλλαγή στο τιμαριωτικό σύστημα που έγινε στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τις αρχές του 18ου  αιώνα αρχίζει μόνιμη εγκατάσταση αγροτών “κολίγων” στους αντίστοιχους οικισμούς. Γνωρίζουμε ότι το Ιμάμ Τσαούς και ο Καντζάς είχαν Κεχαγιάμπεη (γαλλικά αρχεία Παρισιού).Τα μόνα στοιχεία που έχουμε για τους αγρότες αυτής της περιοχής στην συγκεκριμένη περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορία μέχρι το 1/3 του 19ου αιώνα είναι αυτά που έχουν διασωθεί στα οθωμανικά τεφτέρια (σημ/ αρχεία Κων/πολης και Άγκυρας) και ότι έχει καταγράψει η εκκλησία. Λοιπά στοιχεία προέρχονται απο την προφορική παράδοση που στο πέρασμα του χρόνου έχουν αλλοιωθεί. Για τους μόνιμους κατοίκους των παραπάνω οικισμών μπορούμε να πούμε, πράγμα που γνωρίζουμε και από την προφορική παράδοση, ότι σε σύγκριση με άλλους οικισμούς που ήταν αποκλειστικά εξαρτημένοι από πραματευτάδες και δεν γνώριζαν τίποτα παραπέρα από το χωριό τους, οι αγρότες των παραπάνω οικισμών είχαν μία επαφή μεταξύ των μιας και καλλιεργούσαν όλοι χωράφια στην ίδια περιοχή, ίσως κατα περιόδους και του ίδιου αφέντη όπως σε αυτή του Αλή πασά και της φάρας του,, βγαίνανε για κυνήγι και ψάρεμα  στα ίδια σημεία, πράγμα που το ζήσαμε και το ζούμε ως τις μέρες μας, και σε τελική ανάλυση είχαν μια έμμεση επαφή με τον έξω κόσμο με το εμπόριο που γίνονταν με τα καΐκια στον Λούρο. Έφταναν μέχρι το Ιμάμ Τσαούς, τον Ρουμπά αλλά σαν μεγάλο κέντρο εξελίχτηκε τοο σημεο που σήμερα εμείς ονομάζουμε Γέφυρα Πέτρας.   Εδώ αντάμωναν, Πετριώτες, Μαμτσαουσιώτες, Καντζιώτες με        επτανήσιους. Ιδίως Λευκαδίτες και Κεφαλλονίτες. Καμιά φορά έρχονταν και από τη Λάκκα χωριάτες για ψώνια. Η Άρτα και η Πρέβεζα ήταν γι’ αυτούς πολύ μακριά και εγκυμονούσαν κίνδυνοι. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτούς τους οικισμούς αναπτύχθηκε έντονα η έμμεση συγγένεια η κουμπαριά. Οι ίδιοι δεν άφησαν σχεδόν κανένα γραπτό μνημείο πίσω τους. Πώς άλλωστε αφού το μεγαλύτερο μέρος ήταν αγράμματοι. Λίγα γράμματα γνώριζαν οι παπάδες και οι κεχαγιάδες. Αρκετές πληροφορίες για την περιοχή μας τις έχουμε από ξένους περιηγητές και λιγότερο από ντόπιους.

Αν καμιά φορά κάποιος κατάφερνε να φτάσει μέχρι την Αρτα, δεν συζητώ καν για Πρέβεζα, τότε αυτός θεωρούνταν „κοσμογυρισμένος”. Εδώ θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα που μου διηγήθηκε ο Γιώργης Πάντης στην Γερμανία, ο οποίος κατάγεται από την περιοχή του Αχέροντα. «Οι πιο ηλικιωμένοι στο χωριό τους συζητούσαν για κάποιον μπάρμπα από το χωριό τους και έλεγαν, πώς ο μπάρμπας  είχε  γυρίσει τόσο κόσμο, μέχρι και στο Μαμτσαούση είχε πάει.»

Οι μόνιμοι κάτοικοι αυτών των οικισμών - τσιφλικιών ιδιαίτερα των Ιμάμ  Τσαούς,  Πέτρας  και  Καντζά έρχονταν  κατά περιόδους σε επαφή και με ορεινούς  από την Άρτα ή την Λάκκα  ακόμη όπως μαθαίνουμε από διάφορους ξένους περιηγητές και επτανήσιους που έρχονταν για αγροτικές εργασίες την περίοδο της σποράς και της συγκομιδής καθότι ο ντόπιος πληθυσμός δεν επαρκούσε. Αυτό σημαίνει ότι με όλους αυτούς που πηγαινόρχονταν έρχονταν και νέα καθώς και νέες ιδέες. Πέρα από αυτό ας δούμε τι πρόσφερε η περιοχή που παρόλο το ανθυγιεινό κλίμα ήταν προσιτή σε ξένους.

Ο κάμπος της περιοχής πέρα από τα έλη του ήταν εύπορος. Σιτάρι, Καλαμπόκι, διάφορα άλλα δημητριακά και ο ελώδες τόπος προσφέρονταν για την καλλιέργεια  για ρύζι. Σίγουρα η ζωή ήταν δύσκολη και όπως έγραψε κάποιος:

«Οι ανέμελοι και ευτυχισμένοι χωρικοί των ελλήνων και ξένων ρομαντικών συγγραφέων του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο στην φαντασία των συγγραφέων αυτών και στις σελίδες τους.»

   

Πέρα όμως από αυτά εδώ δεν υπήρχε κίνδυνος να πεινάσει κανείς. Ο βάλτος πρόσφερε άφθονο κυνήγι , αγριογούρουνα, αγριοπούλια και άφθονα ψάρια. Τα βουβάλια ξεκινώντας από τον Καντζά, Πέτρα μέχρι και τη Βίγλα και λιγότερο στο Ιμάμ Τσαούς με το γάλα τους προστάτευαν τον κόσμο από διάφορες ασθένειες.  Αυτό που σίγουρα δεν υπήρχε σε αφθονία ήταν το ψωμί το καθάριο δηλ. το σταρένιο.

Ποιος ήταν ο κόσμος των  επάνω χωριών ;

Ένας κόσμος, του οποίου η ζωή αρχίζει με την πρώτη ηλιαχτίδα και τελειώνει με τη δύση του ηλίου πολλές φορές μέχρι και τα μεσάνυχτα είναι φυσικό να είναι θεοσεβούμενος αλλά και δεισιδαίμονας.  Το σπίτι του, το καλύβι του έδινε άσυλο από τα ανεξήγητα  γι΄ αυτόν στοιχεία της φύσης.  Πνεύματα του σκότους τριγύριζαν παντού αλλά και θαύματα αγίων. Ότι καλό γίνονταν οφείλονταν σε θεϊκό θαύμα η του αγίου Σπυρίδωνα, της Αγίας Βαρβάρας κτλ. Ένα ανεξήγητο γι’  αυτόν  κακό εκεί ήταν τα κακά πνεύματα.  Αρκετοί απ’  αυτούς είχαν δεί κάποια παγανά. Πέρα όμως από αυτά αισθάνονταν και κάποια ασφάλεια μέσα στους τοίχους τους. Λύκοι και ληστές μπορεί να ήταν συχνοί επισκέπτες. Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα η περιοχή ολόκληρη είχε γίνει στόχος τουρκαλβανών τσάμηδων έτσι που ο Αχμέτ Κούρτ πασάς, βοεβόδας της Άρτας, αναγκάστηκε να  γκρεμίσει τα γιοφύρια της περιοχής που συνέδεεαν τις δύο όχθες του Λούρου. Αλεπούδες, Λύκοι και  τσακάλια ήταν τακτικοί ανεπιθύμητοι επισκέπτες που πλησίαζαν τα κονάκια τους. Τα παράθυρα ήταν μικρά, καμιά φορά σιδηρόφρακτα ή με ξύλινα πατζούρια. Οι πόρτες ασφάλιζαν με μια αμπάρα. Μικρά λυχνάρια ή κεριά έδιναν το λίγο φώς που χρειάζονταν για τα αναγκαία. Για εξωτερικές εργασίες ήταν αναγκαίες οι δάδες.  Τον χειμώνα επειδή ο καιρός δεν επέτρεπε και πολλά έμεινε λίγο χρόνος να μαζευτούνε όλοι γύρω από τη φωτιά και να πούνε κάποιες ιστορίες. Ιστορίες από διάφορα γεγονότα. Τα καλοκαίρια έμειναν πολλές φορές τα βράδια στις αυλές καίγοντας κοπριά για να μην ενοχλούνται από τα έντομα διηγώντας ιστορίες από τη δουλειά ή από το τι άκουσαν. Εδώ συνέβαλαν πάντα και οι εποχιακοί εργάτες, οι οποίοι με νέες ιστορίες από τα μέρη τους εμπλούτιζαν τις φαντασίες των μόνιμων κατοίκων.  Σκυλιά, γάτες, κότες και γουρούνια, μια προβατίνα, κατσίκα ή γελάδα  ήταν τα συχνά κατοικίδια.

                                                                                   

Τα σπίτια.   
                                                    
 

 Πέρα από τις Καλύβες ή καλυβόσπιτα η μορφολογία τους εδάφους επέτρεψε ένα δικό της είδος αρχιτεκτονικής, Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι μόνιμοι κάτοικοι της Πέτρας και του Ιμάμ Τσαούς άρχισαν σε σύγκριση με την Στρογγυλή και τον Ρουμπά να χτίζουν πλίνθινες σπίτια. Στην αρχή μερικά τα οποία πλήθαιναν στο πέρασμα του χρόνου. Η Στρογγυλή και ο Ρουμπάς αν και αριθμητικά πολύ μικρότεροι οικισμοί παρέμειναν με τις καλύβες. Ίσως ήταν και κάποιοι πρακτικοί λόγοι που το επέβαλαν αυτό. Οι Στρογγυλιώτες αν υποθέσουμε ότι ήταν φυγάδες Σουλιώτες , όπως μου έλεγε κάποτε ο Θωμάς Μπότσαρης, τότε σίγουρα δεν σκόπευαν να μείνουν για πάντα εκεί, έτσι ώστε να δημιουργήσουν κάποιες κατοικίες, γιατί γνωρίζουμε, ότι οι Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί στον κάμπο της Άρτας έφυγαν για το Βραχώρι (Αγρίνιο). Το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι της Σαλαώρας, τους  οποίους είχε εγκαταστήσει με τη βία εκει ο Αλή πασα΄ς. Μετά το τέλος του Αλή ξανάφυγαν για την Χειμάρα αν δεν κάνω λάθος. Αν όπως πάλι γράφεται, ότι τα διβάρια στο τσουκαλιό φυλάγονταν από άντρες ασφαλείας και αυτοί ήταν Σουλιώτες, πάλι δεν μπορούσαν να έχουν μόνιμες κατοικίες εκτός από καλύβια, γιατί το επάγγελμα τους ήθελε πότε εδώ, πότε παραπέρα. Στον Καντζά όμως η γεωγραφική θέση και το γεωφυσικό περιβάλλον επέτρεψαν ,πέρα από τα καλυβόσπιτα τα πλίνθινα, αργότερα να αναπτυχθεί το πετρόκτιστο οίκημα. Στο Ιμάμ Τσαούς γίνεται πρώτη φορά μνεία για πετρόκτιστο κτίριο στα οθωμανικά αρχεία Κων/πολης  στο 2ο ήμισυ του 18ου αιώνα για την κατασκευή ενός Ταχίλ αμπάρ (αποθήκη σιτηρών) ενώ στα γαλλικά αρχεία αναφέρεται σαν οικία που ανήκει στον Αλή πασά και προφανώς πέρα από τον Κεχαγιάμπεη θα στέγαζε και την φρουρά, την οποία αναφέρει ο Χιούζ.

Για το χωριό του Καντζά κάνει μια καλή περιγραφή ο άγγλος Μ.Λήκ.  Με εξαίρεση τον Καντζά όπου η γεωγραφική του θέση του επέτρεπε να έχει κάποια πετρόκτιστα  κτίρια ,συνήθως κοτσέκια ή δοιηκητικά κτίρια, τα υπόλοιπα κτίρια της περιοχής ήταν οι καλύβες ή πλίνθινα οικήματα τα οποία σχεδόν πάντα περιβάλλονταν από ένα φράγμα με καλαμωτή. Οι μόνιμοι κάτοικοι  όπως είναι φυσικό με τον καιρό έχτιζαν πλίνθινα ενώ οι εποχιακοί εργάτες βολεύονταν με αχυροκάλυβα. Τέτοια αχυροκάλυβα ήταν και αυτά του Ρουμπά, που σήμερα δεν γνωρίζουμε αν  οι κάτοικοι του ήταν μόνιμοι  ή εποχιακοί. Λέγεται ότι τα σπίτια του Ιμάμ Τσαούς ήταν επί τω πλείστον κυρτά καλυβόσπιτα.

Τα «σπίτια» αυτά των κατοίκων της περιοχής πολλές φορές ήταν καταυλισμός για τετράποδα και δίποδα. Δηλ. αν και μικρά ήταν ένα σύμπλεγμα οικίας, αχυρώνα, στάβλου και αποθήκης,  όπου αποθηκεύονταν τρόφιμα κάθε είδους για τους δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς ενοίκους. Η οικογένεια των χωρικών ζούσε όχι σε απόσταση από τα ζώα της, αλλά μαζί τους: Τα μέλη της φρόντιζαν τα ζώα, ήταν εξοικειωμένα με τις συνήθειες και τις οσμές τους. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, ότι σε αυτές τις οικίες στεγάζονταν καμιά φορά ως και 10 άτομα (νομάτοι). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τον αγώνα που έδιναν οι γυναίκες για να διατηρούν  κάπως αυτά τα οικήματα και να τα προστατεύουν από φίδια ή άλλα βλαβερά έντομα και ζώα. Οι σκεπές αυτών των κτιρίων ήταν συνήθως από καλαμωτή και  άχυρο.


Η εξοικείωση με τον θάνατο.

Τα έλη της περιοχής που εν μέρει διασφάλιζαν όπως  είδαμε  τα αναγκαία για τη ζωή καθιστούσαν όμως το κλίμα  ανθυγιεινό. Η Ελονοσία, η ευλογιά και η πανώλη ήταν ταχτικά φαινόμενα που στο διάβα τους εξολόθρευαν πρώτα τα βρέφη τους και κατόπιν τα φιλάσθενα και υπερήλικα μέλη της οικογενείας. Γιατροί υπήρχαν μόνο στην Αρτα και στην Πρέβεζα. Ταξίδι μεγάλο. Αλλά και να ήθελαν να φωνάξουν τον γιατρό θα έπρεπε να το σκεφτούνε, γιατί ο γιατρός θα ζητούσε χρήματα, τα οποία έλειπαν.  Παραπέρα δε, διάβαζα κάποτε, ότι οι υπηρεσίες των γιατρών δεν ήταν και τόσο ευπρόσδεκτες: ήταν συνδεδεμένες με τον θάνατο, ίσως επειδή ο γιατρός, στις σπάνιες περιπτώσεις που ζητούσαν τις υπηρεσίες του, έφτανε συνήθως με τον ιερέα. Το μαύρο χρώμα του πένθους ήταν το κυρίαρχο χρώμα στην οικογένεια του χωρικού, ιδίως στις γυναίκες και στους υπερήλικες.

Η παραγωγή.

Μετά την επανάσταση των Μπούα και Δράκου και την φυγή των κατοίκων στα ορεινά καθώς και με την αλλαγή στο τιμαριωτικό σύστημα που έγινε στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τις αρχές του 18ο  αιώνα αρχίζει μόνιμη εγκατάσταση αγροτών “κολίγων” στους αντίστοιχους οικισμούς. Πριν δούμε μερικές ασχολίες αναλυτικά ας δούμε πρώτα πώς ήταν η κατάσταση της τότε γεωργίας και παραγωγής.

Στα 1912 οι γάλλοι Rolley και ο De Visme  μας πληροφορούν ότι μέχρι το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ηπειρο το 93% της καλλιεργήσιμης γης παρέμειναν τα σιτηρά. Καλαμπόκι, σιτάρι, Κριθάρι. Ενώ τον 17ο και τον 18ο  αιώνα έχουμε απο τα χωριά αυτά μεγάλη παραγωγή σε σιτάρι τον 19ο  αιώνα αντικαθήστούν το σιτάρι με το καλαμπόκι μιας και το υγρό κλίμα της περιοχής βοηθά την καλλιέργεια του. Στο καλαμπόκι κάνει αναφορά και ο άγγλος Μ. Ου. Λήκ περνώντας τον Ρουμπά. Πέρα απο την κλασσική καλλιέργεια όπως προκύπτει απο τα αρχεία της οθωμανικής αυτοκρατορίας σύμφωνα με την Μελέκ Ντελίλμπασι υπήρχαν και μποστάνια καθώς και καλλιέργεια ελιάς εδώ το πρωτείο πρέπει να το είχαν η στρογγυλή και ο Καντζάς καθώς και αμπελώνες. Για το καλό κρασί του Καντζά κάνει λόγο και ο Λήκ. Αν κοιτάξει κανείς τον πίνακα εισοδημάτων του Αλή πασά θα δούμε ότι απο την συγκεκριμένη περιοχή έχει έσοδα απο φουντουκιές και απο τον Καντζά έχει έσοδα απο βελανίδι. Για τις φουντουκιές του Ιμάμ Τσαούς κάνει λόγο και ο Πουκεβίλ που σύμφωνα με την περιγραφή του τα φουντουκόδασα όπως τα περιγράφει άρχιζαν απο την πλευρά όπως ερχόμαστε απο τους Χαλκιάδες και εξαπλώνονταν πρός το χωριό. Για το βελανίδι της περιοχής κάνουν λόγο τα αρχεία της Βενετίας και του γαλλικού προξενείου. 



Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

                                                 Καντζιωτικες εικονες συνεχεια...






Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

                                                       ΚΑΝΤΖΙΩΤΙΚΑ ΧΡΩΜΑΤΑ



                       Μια εικονα λενε οι Κινεζοι ειναι χιλιες λεξεις, 17 εικονες ποσες;



Αγιος Αθανασιος
το "χαγιατι"...
ο "Αη Δημος", το Ιερο





                              Πισω απο εναν παλιο μαντροτοιχο ανακαλυψα αυτο το πηγαδι




 

                                                 ...η τροιχια εχει "αυλακωσει" την πετρα





οι Πικραμυγδαλιες πανω απο τον Αη Θαναση "οργιαζουν"

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014


...αποσπασμα απο την εκπομπη της ΕΡΤ, οΤοπος ο Μικρος, ο Μεγας.... αφηγητης ο Χρηστος Γιανναρας...

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΦΥΡΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ: Η ιστορία της θυμίζει παραμύθι

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΤΑ

Μια αυγή, άκουσε πολύ βαθιά μέσα του ν’ ανεβαίνει η φωνή του Θεού του ο πάτερ Διονύσιος. Φώναξε του Στεφανή:
- Η ξυλεία κ’ η πέτρα από τα νταμάρια να κατέβει κάτω στην πεδιάδα, διάταξε.
Ο παραγιός κοντοστάθηκε.
- Άλλαξες γνώμη για τη θέση της; Όμως κινδυνεύει κοντά στο ποτάμι, τόλμησε.
- Τι πράμα; ρώτησε ο καλόγηρος.
- Η εκκλησιά, είπε το παιδί.
- Δεν θα χτίσουμε εκκλησιά, είπε. Και κανένας πια δεν θα κινδυνεύσει …

Μπήκε η άνοιξη. Ο ήλιος άρχισε να ψήνει τα καλαμπόκια, τα κορμιά των εργατών …Κάτω απ’ το μυστρί και τη βαριά το γιαπί κάθε μέρα πιο πάνω. Χαράματα τυφλά ο ποταμός τους δρόσιζε τα μέτωπα κι αυτοί τον πολεμούσαν …Φωνάζονται πια με τα μικρά τους ονόματα, ο Βλάσης, ο Γιώργης, ο Αρτέμης, «Γιώργη φέρε το τρυπάνι, Βλάση τη σκάλα, Αρτέμη πιο λιανή πέτρα».

Μια μέρα ήρθε ο Αρτέμ-μπεης καβαλ-λάρης.
- Ο Αλάχ να σας ευλογεί, είπε. Τι χτίζετε;
- Ένα γεφύρι, είπε ο πρωτομάστορας ..!

Είναι μικρό απόσπασμα από το πάρεργο ενός ποιητή, λογοτεχνική προσέγγιση από το Γιάννη Δάλλα ενός, σημαντικού γα το γενέθλιο τόπο του, γεγονότος: την κατασκευή του γεφυριού του Καλόγηρου στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας!

Επέλεξα να παρουσιάσω το συγκεκριμένο γεφύρι για δυο λόγους. Ο πρώτος: έχει προχωρήσει, και στην πατρίδα μας, η μελέτη των παλιών πετρογέφυρων τόσο, ώστε μπορούμε, μάλλον επιβάλλεται, να ασχοληθούμε και με γεφύρια που δεν υπάρχουν πια -το γεφύρι του Καλόγηρου ανατινάχτηκε τη δεκαετία του 1940, στα χρόνια της κατοχής!

Ο δεύτερος: φωτογραφικό υλικό που πρόσφατα ήρθε στην επιφάνεια, επι-βεβαιώνει μεν όσα ξέραμε από γραπτές πηγές για το γεφύρι, ταυτόγχρονα όμως προ-σφέρει νέα, εντελώς άγνωστα μέχρι τώρα, στοιχεία, που αφορούν τη μορφολογική του μετάλλαξη στο χρόνο -θα τα παρουσιάσουμε απόψε για πρώτη φορά. Να τα πάρουμε από την αρχή.


Βρισκόμαστε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο ηγούμενος ενός μοναστηριού της πε-ριοχής, του Προφήτη Ηλία ψηλά στο Ηλιοβούνι, αποφασίζει να …ζεύξει το Λούρο με πέτρινο πια, τοξωτό γεφύρι. Τολμηρό ομολογουμένως το σχέδιό του, αφού το ποτάμι, ανεξέλεγκτο εδώ, σχεδόν χωρίς κοίτη, δημιουργούσε ανέκαθεν εκτεταμένα έλη, περιοδικά δε ακόμα και …λίμνη!

                                                                                           

Η κατασκευή έτσι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, θα διαρκέσει κάμποσα χρόνια, πάντα όμως υπό την επιστασία και οικονομική χορηγία του μοναστηριού. Μόνο οι ηγούμενοι άλλαξαν. Το γεγονός, με πολύτιμες λεπτομέρειες, καταγράφεται, σαν ενθύμηση, σε εκκλησιαστικό βιβλίο της Άρτας, γύρω στα 1870.

Έτει σωτηρίω 1853 κατά μήνα Φεβρουάριον ήρχισεν η οικοδομή της γεφύρας Ινάχου ποταμού δι’ εξόδων του Πανοσιωτάτου καθηγουμένου της Ιεράς και Σεβασμίας ενοριακής μονής του προφήτη Ηλία κ. Διονυσίου εκ κώμης Λευτεροχώρι, όστις δεν ε-πρόφθασε να το τελειώσει, διότι κατά το έτος 1857 Απριλίου 6 απεβίωσεν.

Ο δε διάδοχος αυτού, ο νυν ηγουμενεύων κ. Ιερόθεος εξ Άρτης ετελειοποίησεν αυτήν μετά των έξω καμάρων με ουκ ολίγων δαπάνων εκ της αυτής ιεράς μονής. Το πρώτον και το δεύτερον εστοίχισεν υπέρ τα 120.000 γροσίων. Ετελείωσεν αυτό περί τα τέλη του έτους 1861. Διο γράφω εις Ενθύμισιν …
Τα παραπάνω επαληθεύονται, τουλάχιστον όσον αφορά τα πρόσωπα, απ’ όσα έγραψε, δέκα χρόνια αργότερα, ο Ιωάννης Λαμπρίδης, ο οποίος, ας σημειωθεί, αγνοούσε τότε την ενθύμηση - θα δημοσιευτεί μόλις στα 1929 στο περιοδικό «Ηπειρωτικά Χρονικά».

Ωστόσο, μεταξύ τους, επισημαίνονται μικρές διαφορές στο χρόνο αποπε-ράτωσης του έργου -1861 κατά την ενθύμηση, 1867 κατά τον Λαμπρίδη- όπως και στο ύψος της συνολικής δαπάνης -120.000 γρόσια κατά τον πρώτο, 1.000 λίρες, δηλαδή 100.000 γρόσια κατά τον δεύτερο. Να δούμε τι έγραψε ακριβώς και ο Λαμπρίδης:

Ο ηγούμενος της Μονής ταύτης Διονύσιος εξ Ελευθεροχωρίου κατέβαλε λ. οθωμ. 640 προς ανέγερσιν της επί τον ποταμόν Λούρον γεφύρας, κειμένης μεταξύ των τμημάτων Καρβασαρά και Κάμπου και των χωρίων Χαλκιάδων και Ελευθεροχωρίου∙ ο δε διάδοχος τούτου Ιερόθεος ο Μπάικος εξ Άρτης προς αποπεράτωσιν του έργου (1867) λίρ. 360 …

Νομίζω πως, επειδή ο άγνωστός μας ιερωμένος, συντάκτης της ενθύμησης, βρισκόταν πιο κοντά στο χώρο και το χρόνο που συνέβη το γεγονός, πρέπει να δεχθούμε, σαν πιο ακριβείς, τις δικές του πληροφορίες. Άλλωστε η μικρή διάσταση στα συγκεκριμένα ζητήματα -περάτωσης και κόστους- δεν νομίζουμε πως θίγει ιδιαίτερα την επιχειρούμενη μελέτη του γεφυριού∙ απεναντίας, βάραινε καθοριστικά η απουσία, μέχρι πρόσφατα, οποιουδήποτε στοιχείου σχετικού με τη μορφή του -μόνη αλλά αδιασταύρωτη η πληροφορία του συνταγματάρχη Νικoλάου Σχινά, που σημείωνε στα τέλη εκείνου του αιώνα: … από του χωρίου Κανεσσοί η οδός βαίνουσα ομαλώς επί πεδιάδος, καθισταμένης εν χειμώνι αδιαβάτου, ένεκεν των σχηματιζομένων ελών, φέρει εις Γέφυραν Καλογήρου, δίτοξον επί του ποταμού Λούρου, της οποίας ο εις των θόλων έχει μεγαλείτερον άνοιγμα …

Τελικά, χρειάστηκε καιρός πολύς -ως τις μέρες μας- για να βρεθούν δύο φωτογραφίες, αληθινά ντοκουμέντα, κι έτσι να αναστηθεί, κυριολεκτικά, η φιγούρα του χαμένου γεφυριού ..!

Η μία περιλαμβάνεται στο λεύκωμα της Μαρίας Χρουσάκη που τύπωσε η Εθνική Πινακοθήκη το 2000. Στη σελίδα 161, βλέπουμε το γεφύρι μέσα στους βάλτους, σχεδόν αχρηστευμένο, να περιμένει το τέλος του που πλησιάζει. Η Χρουσάκη το βρήκε και το αποθανάτισε το 1941, όταν ανέβαινε στο μέτωπο …

Η άλλη φωτογραφία είναι πολύ παλιά. Την τράβηξε ο μεγάλος Fred Boissonnas σχεδόν πριν από εκατό χρόνια. Ανακαλύφθηκε όμως τώρα στη Γενεύη, στη διάρκεια έρευνας στο αρχείο του. Νέο ακόμη τότε το γεφύρι, νικούσε το Λούρο ευκολότερα… σ’ αυτό ακριβώς το σημείο θα τέλειωνε η ..ιστόρηση του γεφυριού του Καλόγηρου αν την επιχειρούσα δύο χρόνια νωρίτερα.



Βέβαια έτσι, ομολογώ, θα παρέμενε αναπάντητο το ερώτημα, που ένας παλιός -του 1900- τούρκικος χάρτης έθετε. Τώρα που, από καθαρή εύνοια της τύχης, έχουμε την απάντηση, θα πρέπει να συνεχί-σουμε την ιστορία του γεφυριού, για να ολοκληρωθεί. προς το παρόν, με τη βοήθεια δύο πρόχειρων σκαριφημάτων, να μάθουμε περισσότερα για τον περιβάλλοντα χώρο, τις επικρατούσες συνθήκες και πώς αυτές εξελίσσονται στην αλλαγή του αιώνα.
 Το γεφύρι έχει χτιστεί στη δυτική άκρη του κάμπου της Άρτας, κάτω από το ύψωμα Ηλιοβούνι (560 υψ.) όπου και το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Πιο κοντινά του χω-ριά, το Ελευθεροχώρι και η Φιλιππιάδα. Μετά το 1881, ανάμεσά τους, θα χτιστεί κι η Νέα Φιλιππιάδα, η …Χαμηδιέ κατά τους Τούρκους κατοίκους της που φτάνουν απ’ την απελευθερωμένη Άρτα.

Ο δρόμος που διασχίζει τους -αρχικά δύο, μετέπειτα τρεις - οικισμούς φεύγοντας για το γεφύρι, είναι -τότε- ένα στενό, χαμένο στη βλάστηση, μονοπάτι. Ο κεντρικός δρό-μος Άρτας - Ιωαννίνων, ξεκινώντας απ’ τη Σαλαώρα, το επίνειό τους, περνά ανατολι-κότερα, από Χανόπουλο και Γκρίμποβο, κατευθυνόμενος στα Πέντε Πηγάδια.

Όσοι έρχονται από Πρέβεζα, πρέπει να ανεβαίνουν στις δυτικές πλαγιές του Λιοβουνιού, να κατεβαίνουν στο ξύλινο πια γεφύρι της Πάσσενας, στην Παντάνασσα, και να συναντούν το μεγάλο δερβένι στα Μουλιανά (Γοργόμυλο). Παλιότερα, πριν κατα-στραφούν τα πέτρινα γεφύρια Τσουμπιάς και Κοτσιλοχωρίου στον Κάτω Λούρο, οι Πρεβεζάνοι, τουλάχιστον για Άρτα, είχαν πολύ συντομότερο ταξίδι.

Λοιπόν, σ’ αυτόν τον κάμπο βάλτο που όλοι αποφεύγουν, δεν μπορούν να διασχίσουν, το γεφύρι του Καλόγηρου φαντάζει το λιγότερο άχρηστο. Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν και μάλιστα ραγδαία γύρω στο 1890, που γίνεται η νέα χάραξη του δρόμου Άρτας - Ιωαννίνων μέσω Φιλιππιάδας. Από τότε το γεφύρι αποκτάει άλλη σημασία∙ συναντιούνται σ’ αυτό όλοι οι δρόμοι που επικοινωνούν τη νότια Ήπειρο. Ο πάτερ Διονύσιος, με το έργο του, αν μη τι άλλο, είχε προβλέψει το μέλλον ..!

Μπορούμε, τώρα, να δούμε τον τούρκικο χάρτη του 1900 που, όπως είπα γρηγορότερα, αφήνοντας ερωτήματα για τη μορφή του γεφυριού, έγινε αιτία να μην κλείσει η έρευνα και να βρεθούμε προ εκπλήξεως.

Καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της νότιας Ηπείρου, φυσικά και της Φιλιππιάδας που μας ενδιαφέρει. Κοιτάζοντάς τον, αμέσως τραβούν την προσοχή μας πέντε μικρές, ένθετες περιμετρικά, ζωγραφιές που, με φωτογραφικό ρεαλισμό, προβάλλουν γνωστά στην περιοχή μέρη. Αναγνωρίζουμε, για παράδειγμα, το γεφύρι της Άρτας, το κάστρο του Αλή στα Πέντε Πηγάδια, τη λίμνη της Μαυρής και πάει λέγοντας.

Όλα καλά και …ευχάριστα, ώσπου μια εικόνα, στο αριστερό περιθώριο, μην παραπέμποντας κάπου συγκεκριμένα, ξαφνιάζει. Αυτό, γιατί απεικονίζει δύο ά-γνωστες, θα λέγαμε παράλληλες, οδογέφυρες με αρκετά η καθεμιά τους τόξα. Φανταστική η σύνθεση, θα συμπέραινε κάποιος αβασάνιστα, αν τουρκομαθής, της παλιάς γραφής, δεν διάβαζε στη λεζάντα σχόλιο για …«γέφυρα του Καλόγηρου» !!

Η έκπληξη μεγαλώνει περισσότερο όταν, σ’ ελληνικό χάρτη της ίδιας εποχής, στην ουσία αντίγραφο του τουρκικού, διαβάζουμε δίπλα στα δύο περάσματα: «Χαλασμένη Γεφ. Καλογήρου» και «Γεφ. Σιδ. Χαμηδιέ» !!

Το αίνιγμα επιτέλους λύθηκε, ξεκαθάρισαν τα πράγματα, πριν από δύο χρόνια. Εντοπίστηκε τότε, στην πόλη Shetheld της κεντρικής Αγγλίας, στο αρχείο της Henry Boot, φωτογραφικό υλικό από διάφορα μέρη της Ελλάδας, απεικονίζοντας μεταξύ των άλλων και γεφύρια.

Η μεγάλη τεχνική εταιρία δραστηριοποιούταν στον μεσοπόλεμο στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας εκτεταμένες αποξηράνσεις στην Κρήτη, Θεσσαλία, Στερεά, Ήπειρο. Επειδή κάθε φορά, πριν ξεκινήσει τις εργασίες της, συνήθιζε να αποθανατίζει σχολαστικά το χώρο, προέκυψε ο μεγάλος αριθμός φωτογραφιών που, φυσικά, μετά τόσα χρόνια, αποτελούν ντοκουμέντα.

Υπάρχουν κι απ’ τη Φιλιππιάδα, να αφηγούνται λίγο πριν τον πόλεμο. Για την περίπτωσή μας να δούμε τρεις, πραγματικά αποκαλυπτικές.

Η πρώτη: Είναι ο κάμπος πλημμυρισμένος από άκρη σ’ άκρη, μια απέραντη κυριολε-κτικά λίμνη! Χαμηλά, σε πρώτο πλάνο, η επιβεβαίωση∙ διακρίνονται δύο πολύτοξες, μισοβουλιαγμένες στο νερό, γέφυρες !!

Η δεύτερη: Μέσα στο βάλτο, η μεγάλη οδογέφυρα∙ με επίπεδο, σιδερένιο ζεύγμα στο μέσο της! Φανερό πως έχουμε …ζουμάρει στη γέφυρα Χαμηδιέ, ακριβώς όμοια με τη ζωγραφιά του χάρτη!

Και η τρίτη: Το γεφύρι του Καλόγηρου(!!) …από τέτοια οπτική γωνία, που προκύπτει πια, αβίαστα, η αληθινή, η πλήρης μορφή του!


Είχε στο κέντρο, εκεί που στις ήρεμες ώρες η λαμπάδα του ποταμού, τη μεγάλη, τη …μεσιακιά καμάρα. Δίπλα, παράστεκε μια μικρότερη, η βοηθητική. Άλλα εννέα μικρά τόξα, δεξιά κι αριστερά, ήταν για να ενεργοποιούνται στις πλημμύρες του χειμώνα, απ’ ότι φαίνεται όμως όχι πάντα αποτελεσματικά … νομίζω έχουμε πια τα στοιχεία να αφηγηθούμε τη, σύντομη χρονικά, πολύ ενδιαφέρουσα μορφολογικά, ιστορία του γεφυριού του Καλόγηρου στη Φιλιππιάδα Πρέβεζας.

Το κυρίως γεφύρι, βασική και βοηθητική καμάρα, χτίζει, 1853 με 1857, ο ηγούμενος της Μονής Προφήτη Ηλία Διονύσιος απ’ το Ελευθεροχώρι∙ αυτό περισσότερο σαν τάμα, παρά για κάλυψη επιτακτικής ανάγκης …

Οι δύσκολες συνθήκες της περιοχής αναγκάζουν τον επόμενο ηγούμενο, Ιερόθεο Μπάικο από την Άρτα, να συνεχίσει, να μεγαλώσει εκατέρωθεν, το έργο, χτίζοντας, ως το 1861, τις έξω καμάρες. Μεγάλο και δύσκολο το γεφύρι, πολλά τα χρόνια, πολλά και τα χρήματα που χρειάστηκαν -αντίστοιχα, 9 έτη, παραπάνω από 1.200 λίρες …

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η κυκλοφορία αυξάνεται, οι τούρκοι προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα του χειμώνα κατασκευάζοντας τη μακριά οδογέφυρα Χαμη-διέ …

Το εξ ολοκλήρου πέτρινο παλιό τοξωτό γεφύρι συνεχίζει να λειτουργεί, τουλάχιστον το καλοκαίρι, επιβάλλοντας τ’ όνομά του στο χώρο, την αισθητική του στο χρόνο. Αυτό -για την ακρίβεια το βασικό, δίτοξο τμήμα του- αναφέρει ο Σχινάς, φωτογραφίζουν ο Boissonas και η Χρουσάκη …
Στους αγώνες 12-13, για να προωθούνται στο μέτωπο εφόδια απ’ τον πλωτό Λούρο, καταστρέφεται τμήμα του, που αμέσως μετά επισκευάζεται …

Η εταιρεία Boot, στις παραμονές του 1940, στη διάρκεια των αποξηραντικών εργασιών της, γκρεμίζει τους τοξωτούς εκατέρωθεν διαδρόμους, κι ολόκληρη τη Χαμηδιέ …

Στα σκληρά χρόνια της Κατοχής, τη νύχτα από 4η προς 5η Ιουλίου του 1943, ανατινάζεται και χάνεται οριστικά το δίτοξο -όπως στην αρχή- γεφύρι του Καλόγηρου …

Σήμερα, σε πυκνά χόρτα, ελάχιστα κατάντι της τσιμεντένιας με την άσφαλτο γέφυρας -κι αυτή του …Καλόγηρου- διατηρούνται τμήματα των ακρόβαθρων, για να θυμίζουν σ’ όσους ξέρουν. Κοντά τους και μια μαρμάρινη πλάκα που έστησε, «εις μνήμην», ο τελευταίος ηγούμενος του μοναστηριού -πριν κι αυτό εγκαταλειφθεί.

Πηγή: Εφημερίδα "Η ΓΝΩΜΗ" της Άρτας 

Lucas Braca

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013






  ...εφυγε απο κοντα μας ενας σεμνος, γελαστος ανθρωπος ενας γνησιος καλλιτεχνης....
Δεν προλαβαμε φιλε να κανουμε τελικα εκεινο το αφιερωμα που σχεδιαζαμε...
                                 ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΣΗΦΑΚΗ