Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΟΙΚΙΣΜΟΙ, ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΣΟΥΚΑΛΙΟΥ,ΡΟΔΙΑΣ ΚΑΙ ΡΩΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΩΣ ΤΟΝ 15ο ΑΙΩΝΑ

                                                                          Β' Μερος

                                     827 – 829 Πειρατικές επιθέσεις του Αγίου Βάρβαρου



     Την περίοδο αυτή, όταν στην Κων/πολη αυτοκράτορας ήταν ο Μιχαήλ ο
Τραυλός την περιοχή την λυμαίνονταν μια συμμορία Αράβων πειρατών. Μεταξύ
αυτών κάποιος Αιθίοπας , ο οποίος σύμφωνα με τον βίο του Αγ. Βάρβαρου από
τον Κων. Ακροπολίτη είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Η ίδια η
αυτοκρατορία ήταν αδύναμη να τον πολεμήσει. Οι ληστείες αυτής της αραβικής
συμμορίας συνοδεύονταν πάντα με σκοτωμούς. Αυτή την περίοδο πέρασε στην
Ακαρνανία με ληστρικές επιδρομές αλλά η συμμορία εξοντώθηκε στο
Δραγαμέστο απο τους Ακαρνάνες. Ο Αιθίοπας που επιβίωσε κατόπιν θαύματος
ασπάστηκε τον χριστιανισμό και σήμερα είναι γνωστός σαν Αγ. Βάρβαρος  ο

Μυροβλήτης προστάτης του Ξηρομέρου.

                           90ς αιώνας – Η πολιορκία της Αμβρακίας και η λεηλασία
                                            της Νικόπολης από τους Άραβες

     Εκεί που κάπως είχαν ησυχάσει τα πράγματα με τις εποικίσεις των Σλάβων και
τις επιδρομές των Βουλγάρων ένας νέος κίνδυνος εμφανίστηκε στην περιοχή. Οι
Σαρακηνοί. Απο το χρονικό του Εμιράτου της Κρήτης μαθαίνουμε, ότι τέλος του
9ου αιώνα αποβιβάστηκαν Σαρακηνοί απο το εμιράτο της Κρήτης και
πολιόρκησαν την Αμβρακία και κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Αμβρακία. Η
πληροφορία αυτή είναι για τους ιστορικούς βασική, γιατί μαθαίνουμε ότι η
Αμβρακία υπάρχει ακόμη. Η πολιορκία δεν φαίνεται να είχε κάποια σοβαρά
αποτελέσματα θα πρέπει όμως να συμπεράνουμε, ότι η ευρύτερη περιοχή δέχτηκε
λεηλασίες και ενδεχομένως οι Μουσουλμάνοι να πήραν από τους αγροτικούς
οικισμούς αιχμαλώτους.


   Τουλάχιστον οι συγκεκριμένοι Μαυριτανοί μουσουλμάνοι της Κρήτης ήταν
γνωστοί γι΄ αυτό. Παραπέρα δε πολιόρκησαν , κατέλαβαν και λεηλάτησαν και
την Νικόπολη και την γύρω περιοχή της. Ίσως η επιδρομή των Σαρακηνών να
διέλυσε εν μέρει τους σλάβικους οικισμούς της περιοχής του Τσουκαλιού.
Παραπέρα την ίδια περίοδο μας λέει ο Γιώργος Νακρατζάς (αν και
αμφισβητείται από πάρα πολλούς) , ότι εδώ εγκαταστάθηκαν κάποιοι Λιβανέζοι,
οι οποίοι υπηρετούσαν στο βυζαντινό ναυτικό. Οι Λιβανέζοι αυτοί ήταν χριστιανοί
μαρδαϊκής καταγωγής. Βέβαιa και στο Βlog Indymedia έχω διαβάσει, ότι
αυτοκράτορες του Βυζαντίου μετέφεραν εδώ Σύριους αλλά γίνεται αναφορά για
τον 14 αιώνα. Τον 14ο όμως αιώνα Οι βυζαντινοί δεν είχαν σχεδόν καθόλου λόγο
εδώ. Το δε ναυτικό τους ήταν σχεδόν εξαφανισμένο. Ίσως πρόκειται για την ίδια
περίπτωση και εδώ θα μπορούσα να πω όπως έχω ήδη αναφέρει στην ανθολογία
ιστορικών στοιχείων γύρω από τον Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας, αυτοί να
εγκαταστάθηκαν στο Μαυροβούνι στην σημερινή Στρογγυλή. Άλλωστε ποιοι θα
μπορούσαν να είναι καλύτεροι φύλακες στις εκεί βίγλες και βιβάρια από τους
πρώην ναυτικούς; Μια πιθανότητα να προέρχεται και από αυτούς το τοπωνύμιο
Αραπόσπιτα στη θέση Ποδαρούλι. Καθότι δεν υπάρχουν άλλες πηγές γι΄ αυτό το
θέμα ως αναφορά το τοπωνύμιο Αραπόσπιτα πιστεύω ότι η πρώτη εκδοχή που
ανέφερα πιο πάνω 'ίσως είναι πιο κοντά. Ακόμη και τον 17ο αιώνα ο Εβιγλιά
Τσελεμπή κάνει λόγο για μελαψούς κατοίκους μέσα στο κάστρο των Ρωγών που
μοιάζανε σαν άραβες αλλά ο ίδιος μιλούσε την αραβική πράγμα που σημαίνει,
ότι θα μπορούσε να συνεννοηθεί. Ο Νίκος Χελειδάκης το ερμήνευσε, ότι ίσως
ήταν Ρομά κατά λέξη Αθίγγανοι ή Γύφτοι. Παραπέρα δε άλλος σλαβικός
οικισμός πρέπει να υπήρχε και στην Πέτρα γιατί εδώ συναντάμε το τοπωνύμιο
Κράβαρι, λέξη που προέρχεται από το ουσιαστικό Krava/karova=αγελάδα, δηλ
εκει που είναι οι γελάδες (αγελαδότοπος) ή βουστάσιο, πράγμα που μας δίνει
πληροφορίες για την κτηνοτροφίας της περιοχής. Το συγκεκριμένο αυτό
τοπωνύμιο απαντάτε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας
Άλλο σλαβικό τοπωνύμιο στην περιοχή έχουμε στο σημερινό χωριό Καλόβατο με
το όνομα Μπλίσκα ή Πλίσκα. Προέρχεται πρφ. απο το σλαβικό ουσιαστικό
Blisk=Αστραπή, κεραυνός. Τοπωνύμιο που εκδηλώνει καιρικές συνθήκες.
Γνωρίζοντας το κλίμα της περιοχής καταλαβαίνουμε γιατί θα μπορούσε να είχε
πάρει αυτό το όνομα.

                                     Μεσοβυζαντινή Περίοδος
                       9ος - 10ος αιώνας / Η Βουλγαρική κυριαρχία

    Τέλη του 10ου αρχές του 11ου αιώνα η περιοχή εγινε μέρος της βουλγαρικής
αυτοκρατορίας της Οχρίδας. Αυτή την εποχή, όπως μας λέει και ο Brendan
Osswald οι Βούλγαροι ίδρυσαν στην απέναντι όχθη του Αμβρακικού τη Βοντίτζα
(Βόνιτσα). Πέρα όμως από τοπωνύμια δεν υπάρχουν άλλες πηγές λέει ο
Όσβαλντ που να μας δίνουν κάποια στοιχεία για νέους σλαβικές εγκαταστάσεις
στην περιοχή που εξετάζουμε.


                                       10ος αιώνας – 917 ως 976 μ. Χ.

   Σ΄ αυτό το διάστημα η Νικόπολη δέχεται άλλες τρεις επιδρομές και
καταστροφές από τους Βούλγαρους. Καί όπως μας γράφει ο Κεδρηνός “επήλθον
ταις Ρωμαϊκαίς χώραις διά Μακεδονίας και Στρυμώνος και Ελλάδος, καταλαβόντες την
Νικόπολιν πάντα τα εν ποσί ληϊσάμενοι και τέλος εν αυτή σαββατίσαντες ” . Άν και
μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί, αν οι Βούλγαροι εγκαταστάθηκαν εδώ,
ίσως όμως κάποιες μικρές ομάδες να παρέμειναν. Η Νικόπολη αρχίζει να
αργοσβήνει, υπάρχουν δίπλα της ήδη διάδοχοι οικισμοί, το Κοζίλι και το Μάζα.
Στο Κοζίλι προφανώς ποιμένες και γεωργοί ενώ στο Μάζα προφανώς ψαράδες.
Μαζί με τους Ρωγούς παράλληλα αναπτύσσεται και η Άρτα, η οποία αργότερα
θα κερδίσει και τον πρώτο ρόλο.



   Γυρίζοντας πάλι πίσω στον κάμπο θα πρέπει να υποθέσουμε, ότι στην σημερινή
θέση της Ράχης Άρτας υπήρξε και εκεί κάποιος βυζαντινός οικισμός, για τον
οποίο δεν έχουμε ιδιαίτερα στοιχεία και προσωπικά τον ονομάζω Μετόχιο μιας
και αργότερα ήταν έδρα του ηγούμενου της Μονής Ροδιάς. Η αρχαιολόγος
Βαρβάρα Παπαδοπούλου στην εργασία της “Μνημειακή τοπογραφία της
βυζαντινής Άρτας και της ευρύτερης περιοχής της” μας κάνει λόγο για μια
εκκλησία που βρέθηκε μέσα στο χώμα του Κάμπου (Τοπ Αλτί στα Σουλιώτικα
Άρτας) και την ονομάζει Άγιο Νικόλαο της Ράχης. Θα μπορούσαμε να πούμε
ότι ακούγεται λογικό να υπήρχε κάποιος οικισμός εδώ καθότι η γεωγραφική θέση
είναι ιδανική για ανάπτυξη αγροτικής και κτηνοτροφικής οικονομίας. Τόσο
οικονομικά αλλά όσο και στρατιωτικά ο οικισμός αυτός βρίσκονταν σε θέση
κλειδί μεταξύ Λογαρούς και Τσουκαλούς μέσα στον κάμπο θα πρέπει να έλεγχε
όχι μόνο την διάβαση αλλά και την παραγωγή.

   Φαίνεται ότι τα Σλαβικά φύλα είχαν εγκατασταθεί μέχρι τον Αβρακικό. Η
Σαλαώρα προφανώς όπως και η Κόπραινα μέχρι ίσως και τον 11ου αιώνα πρέπει
ναταν σλαβικά χωριά. Η λέξη Σαλαόρα, γνωστή και σαν Σαλαγόρα ή
Σαλαγορά που πολλοί ισχυρίζονταν , ότι προέρχονταν από το Αλαταγορά, δηλ.
στην Αλαταγορά- Σαλαγορά =Σαλαγόρα. Νέες έρευνες δίνουν και εδώ την
εντύπωση ότι πρόκειται περί σλαβικού ονόματος από το Σάλ-Σάλι (Αλάτι στα
σλάβικα) και το Γκόρα=βουνό, κοινώς το βουνό στις αλυκές ή το Αλατοβούνι.
Όπως και νάχει το πράγμα τόσο το ελληνικό όνομα όσο και το σλαβικό μας
φανερώνουν τι ακριβώς γίνονταν εκεί ! Τέλος στην Κορωνησία (Καρακονήσι), η
οποία ήταν προφανώς κτήμα της Μονής της Παναγίας δεν πρέπει να
υπολογίζουμε με κάποιον σταθερό οικισμό αλλά προφανώς με καλύβες για
ψαράδες.
   Ενώ τα τοπωνύμια μένουν με φθορές θα πρέπει να υπολογίσουμε, ότι ο
πληθυσμός αναμειγνύεται και δημιουργείται ένα κράμα. Από τον 11ο ως και τον
12ο αιώνα φαίνεται ότι ο πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής είναι χριστιανικός
και κατ επέκτασιν να έχει ελληνικό χαρακτήρα, ασχολείται με την γεωργία,
κτηνοτροφία και αλιεία ενώ το εμπόριο είναι στα χέρια του αστικού πληθυσμού.
Περί αυτού του θέματος ο Λαμπρίδης υποστηρίζει, ότι: Η ανάμειξη των Σλάβων
που εισέβαλαν γενικά στην περιοχή της Ηπείρου κατέληξε σε νίκη των
καταχτηθέντων επί των κατακτητών αφού κυριάρχησε η ελληνική γλώσσα και οι
Σλάβοι δεν άφησαν ούτε ένα όνομα έστω και σε κάποιο γεωργικό εργαλείο αφού
ήταν γεωργοί. Προσωπικά συμφωνώ με τον Λαμπρίδη στο ότι αφορά τη γλώσσα
αλλά το θέμα καταχτητή και κατακτημένου πρέπει να το δούμε διαφορετικά
διότι όταν εισέβαλαν οι Σλάβοι στην συγκεκριμένη περιοχή ο πληθυσμός είχε
σχεδόν αποδεκατιστεί. Ο Χρηστοβασίλης φέρνει την άποψη ότι οι λαοί αυτοί που
πέρασαν από την ευρύτερη περιοχή έκαναν μόνο καταστροφές και μετά έφευγαν.
    Για μένα προσωπικά φαίνεται πως για την εκμετάλλευση των γαιών δεν
επαρκούσαν οι Σλάβοι και οι διάφοροι τοπάρχες έφερναν συνεχώς και νέους
έποικους είτε από τα ορεινά, είτε από γύρω περιοχές και όπως προανέφερα η
εκκλησία ήταν αυτή που με τον εκχριστιανισμό των Σλάβων διατήρησε την
ελληνική γλώσσα.

                                10ος αιώνας. Τα μοναστήρια

   Ρόδον το Αμάραντον 

Κατά το Σεραφείμ Ξενόπουλο κοντά στο σημερινό χωριό Βίγλα ιδρύθηκε
σταυροπηγιακό μοναστήρι το έτος
970, όταν αυτοκράτορας στην
Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ιωάννης
Τσιμισκής και Πατριάρχης ο
Βασίλειος. Στην προκειμένη
περίπτωση δεν έχουμε λόγο να
αμφισβητούμε την αξιοπιστία των
πληροφοριών του Σεραφείμ, πρώτο
γιατί παραθέτει συγκεκριμένα
στοιχεία και έπειτα γιατί τις
πληροφορίες του τις άντλησε -όπως ο
ίδιος γράφει- από αρχαία χειρόγραφα που υπήρχανε στο μοναστήρι και που
δυστυχώς σήμερα δε σώζονται. Στις πηγές αναφέρεται και με την προσωνυμία
"Ρόδον το Αμάραντον" επειδή έτσι ονομαζόταν εικόνα της Παναγίας που υπήρχε
στον προηγούμενο βυζαντινό ναό του μοναστηριού. Γίνεται ευκολονόητο ότι απ'
αυτή την εικόνα προέρχεται η επωνυμία "Ροδιά" την οποία φέρει ο σημερινός
ναός και η λιμνοθάλασσα. Απ' την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι
έφτασε σε μεγάλη ακμή και είχε στην κατοχή του πολυάριθμα κτήματα,
ιχθυοτροφείο καθώς και τέσσερα μετόχια, μεταξύ των οποίων και το βυζαντινό
ναό του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς στις Κιρκιζάτες. Φαίνεται ότι η μονή είχε
αρκετό πλούτο σε κτήματα, έτσι που σε πρώτη φάση κτήματα της μονής
αρπάχτηκαν από τον Φαήκ πασά προκειμένου να ιδρύσει το ορφανοτροφείο έξω
από την Άρτα όπου σήμερα σώζεται μόνο το τέμενος. Αλλά αρπάχτηκαν
αργότερα προφανώς και από άλλους τοπάρχες ή μπορεί και κάποια να
πουλήθηκαν στον 18ο αιώνα. Κατ τον 11ο ως και τον 14ο αιώνα φαίνεται ότι το
μοναστήρι έλεγχε μέρος από τα ιχθυοτροφεία της Ροδιάς καθώς και τις αλυκές.
Άρα δεν θάταν τυχαίο τότες το μοναστήρι να γίνονταν στόχος πειρατών και
ληστών. Η κοντινή στρατιωτική Βίγλα θα του πρόσφερε βέβαια κάποια
προστασία.

Παναγία Κορωνησίας ή η Παναγία στο Καρακονήσι.


   Ο Σεραφείμ Ξενόπουλος μας λέει ότι η μονή της κοίμησης της Θεοτόκου στην
Κορωνησία είναι κατασκευής του 7ου μ.Χ. αιώνα ενώ σύμφωνα με την Βέϊκου
που πάλι αντλεί τις πληροφορίες από τον Ορλάνδο, Βοκοτόπουλο και Παπαδοπούλου
αναφορά για πρώτη φορά στη μονή γίνεται στα 1193.


   Ήταν ακμάζουσα μονή με πολλούς μοναχούς. Φαίνεται να είχε ευνοηθεί και απο
διάφορους τοπάρχες όπως και απο τους Τόκκους. Η μονή είχε και αυτή τα
ιχθυοτροφεία της, τις αλυκές της αλλά πρέπει να έκανε και εμπόριο με
αυγοτάραχο. Στα Καρακονήσια έτρεφαν οι Σπάτα και μετά οι Τόκκοι τα άλογα
τους. Αν και δίπλα της ήταν η σκάλα της Σαλαγοράς (Σαλαώρα) πιστεύω πως
και αυτή η μονή να ήταν στόχος πειρατών.


                                11ος αιώνας. Η Βουλγαρική κυριαρχία

Η Βουλγαρική κυριαρχία στην περιοχή κορυφώνεται με την ίδρυση της Βόνιτσας
στην απέναντι ακτή του Αμβρακικού. Το ίδιο διάστημα θα διαλυθεί και το
βασίλειο των Βουλγάρων από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο και ολόκληρη η
περιοχή θα επανέλθει και πάλι στις αυτοκρατορικές κτήσεις του Βυζαντίου. Η
Βόνιτσα χτίστηκε σαν Βονδίτσα πάνω στο αρχαίο Ανακτόριο και σημαίνει στα
σλαβικά “τρεχούμενα νερά” κατά άλλους πάλι “ακγίστρι” και μετά την διάλυση
της αυτοκρατορίας και την ίδρυση διαφόρων κρατιδίων στον ελλαδικό χώρο θάναι

η πόλη που θα ανταγωνίζεται την Άρτα στο εμπόριο.

Κατά τον 11ο αιώνα φαίνεται, ότι η Νικόπολη αρχίζει να παρακμάζει εντελώς.
Στα 1041 μ. Χ. οι κάτοικοι επαναστατούν κατά της φορολογίας και ο
Βούλγαρος Πέτρος Δελεάνος βρίσκει πρόσφορο έδαφος να καταλάβει την πόλη.
Ο Κεδρηνός μας αναφέρει: “ Ο Πέτρος Δελεάνος κυριεύσας το Δυρράχιον εστράφη
προς το Θέμα Νικοπόλεως, ού εγένετο ευχερώς κύριος, διότι οι κάτοικοι αυτού πλήν της
Ναυπάκτου, προσεχώρησαν (ευχαρίστως) εις αυτόν, μη δυνάμενοι να υποφέρωσι την
απληστίαν του εισπράκτορος των δημοσίων φόρων Ιωάννου Κουτζομύτου,
προθυμουμένου ίσως να κορέση την ακόρεστον απληστίαν του Ιωάννου του
Ορφανοτρόφου ” ! Τον Πέτρο Δελεάνο τον ακολουθούσαν Βούλγαροι, Σλάβοι, και
κατά πάσα πιθανότητα Ούζοι. Μερικοί από αυτούς πρέπει να εγκαταστάθηκαν
στις γύρω περιοχές, όπως συνηθίζονταν.

                               11ος αιώνας / Οι Νορμανδοί

   Η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα μας αναφέρει, ότι οι Νορμανδοί του Βοϊμούνδου
με επικεφαλής τον γιο του Γυισκάρδο τέλος του 11ου αιώνα θα πολιορκήσουν την
Άρτα δύο φορές. την μία την κατέλαβαν την δεύτερη όχι αλλά σύντριψαν και τις
δύο φορές τον βυζαντινό στρατό κοντά στην Άρτα. Αν λάβουμε υπόψιν τις
αναφορές του Νικήτα Χωνιάτη, η Άρτα ήταν ήδη πρίν γίνει πρωτεύουσα του
Δεσποτάτου το κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Θα πρέπει να συμπεράνουμε,όπως
συνηθίζονταν τους καιρούς εκείνους, ότι η περιοχή του Τσουκαλιού πρέπει να μην
έμεινε αμέτοχη στα γεγονότα. Οι Ρωγοί θα πρέπει να είχαν συμμαχήσει ή να παραδόθηκαν καθότι δεν φαίνεται μέχρι τότε να ήταν κάποια ισχυρή πόλη, που να μπορούσε να αμυνθεί και ίσως γι΄ αυτό το λόγο δεν γίνεται καμιά αναφορά σε αυτούς. Φυσικά οι Νορμανδοί σαν γνωστοί άρπαγες
δεν άφησαν την περιοχή απείραχτη αν και οι πληροφορίες είναι λίγες. Ο Χωνιάτης στη χρονική διήγηση μας λέει, ότι ο Γυισκάρδος Ρογήρος “υπέταξε την ευρύτερη περιοχή που πρώτα
αποκαλούνταν Ακαρνάνες ενώ τώρα αποκαλούνται Αρτινοί”. Μαζί όμως με
τους Νορμανδούς, οι οποίοι έφυγαν ή αργότερα εκδιώχθηκαν από τον
αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, όπως αναφέρει η κόρη του Άννα στην Αλεξιάδα,
έκαναν την εμφάνιση τους στην περιοχή και φύλα των Βλάχων, σύμμαχοι του
Γυισκάρδου. Αν αυτοί διάλεξαν κάποιες περιοχές και παρέμειναν στον κάμπο δεν
υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Πάντως τους έγιναν τόποι για χειμαδιά
γνωστοί. Διαβάζοντας την ιστορία των Βλαχοχωριών του Ασπροποτάμου θα
δούμε, ότι Βλάχοι σμίγανε τα τσελιγκάτα (έννοια σλαβική από το čelnik =
αρχηγός αυτών που έχουν αιγοπρόβατα και κατ΄ επέκτασιν κτηνοτρόφοι.
Αργότερα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Οθωμανοί θα ονομάσουν τα
τσελιγκάτα “ Τ α ϊ φ έ”) τους με τις ζ ι ο ύ π α (župa). Βόρεια του
Τσουκαλιού έχουμε στον Καντζά (Στεφάνη Πρέβεζας) το τοπωνύμιο Βαλαώρα.
Πολλοί λένε, ότι προέρχεται άπo τις λέξεις Βλάχων και Χώρα, άλλες θεωρίες
που έχω διαβάσει είναι ότι προέρχεται από την βλάχικη λέξη Βαλε=κοιλάδα
και την σλαβική λέξη γκόρα=βουνό, που βέβαια πιο ρεαλιστικό μου φαίνεται η
πρώτη ετυμολογία καθώς τοπωνύμια Βαλαώρα συναντάμε συνήθως όπου
υπήρχαν βλάχικοι οικισμοί. Αργότερα η λέξη Βαλαώρα θα πάρει την έννοια του
βοσκοτόπι.

                                    12ος αιώνας – Εκκλησίες / μονές

   Μονή Αγίου Βαρνάβα   
  Εκεί που σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Βαρνάβα (μεταξύ Λούρου και
Στεφάνης) στον 120 αιώνα υπήρχε μονή .
Συμπεραίνουμε ότι ήταν μονή καθότι στην επιγραφή που βρίσκεται στο αριστερό μέρος
της εισόδου διαβάζουμε, ότι κάποιος μάγιστρος Κωνσταντίνος Μανιάκης
ανοικοδόμησε μοναστήρι με την συνδρομή των δύο παιδιών του και του ηγούμενου
της μονής του Αγίου Βαρνάβα. Ο πως μας λέει η Βέϊκου ο ναός αυτός (η μονή)
θα βρισκόταν ανατολικά του σημερινού ναού.





Ναός Αγίας Βαρβάρας

  Στην Στεφάνη εκεί που σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι της αγίας Βαρβάρας υπήρχε κατά τον αρχαιολόγο Δάκαρη τον 11ο αιώνα ή τον 12ο αιώνα κατά την αρχαιολόγο
Παπαδοπούλου σταυροειδήςεγγεγραμμένος ναός με 3 αψίδες,
ο οποίος με την σειρά του πάλι ήταν χτισμένος πάνω σε παλαιοχριστιανική βασιλική.
Ισως ο οικισμός που είχε σχηματιστεί γύρω απο αυτήν την εκκλησία να ήταν αρχαιότερος απ΄ ότι πιστεύεται.



                                                                                                         (συνεχεια στο Γ' μερος)

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

ΟΙΚΙΣΜΟΙ, ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΣΟΥΚΑΛΙΟΥ,ΡΟΔΙΑΣ ΚΑΙ ΡΩΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΩΣ ΤΟΝ 15ο ΑΙΩΝΑ

                                                           
                                                    (A' μερος)
                                                                             
                                                     Πρόλογος

     Μια πρώτη άποψη που θα μπορούσε να σχηματισθεί εδώ βλέποντας αυτή την
αναφορά στην συγκεκριμένη περιοχή του Τσουκαλιού και της Ροδιάς είναι: Μα
δεν μας είναι γνωστό ότι εδώ υπήρχαν οικιστικές θέσεις. Ούτε έχουν βρεθεί
κάποια μεσοβυζαντινά ή υστεροβυζαντινά κτίσματα στην περιοχή με εξαίρεση τις
εκκλησίες. Και όμως οι μέχρι τώρα αρχαιολογικές έρευνες που έχουν γίνει στην
ευρύτερη περιοχή αν και λίγες και ίσως όχι και τόσο συστηματικές μπορεί μεν να
μην έχουν φέρει ιδιαίτερες αποδείξεις αλλά φέρνουν υποδείξεις σε τέτοιο βαθμό,
που με βάση αυτές καθώς και διάφορες γραπτές πηγές μας αφήνουν να
εννοήσουμε κάποια συμπεράσματα. Για την συγκεκριμένη περιοχή
συμπεριλαμβανομένης και της Άρτας έχουν γίνει αρκετές έρευνες από τους,
Παπαδοπούλου, Τρανταφυλλόπουλο, Βοκοτόπουλο, Soustal, Δάκαρη, Σωτηρίου,
Χρυσός κ.α. Νέοι μελετητές όπως οι Βέϊκου, Συγκέλλου, Κωνσταντά,
Καράμπελας, Ζίδρα, Ασωνίτης, κ.α. έχουν αναφερθεί με σημαντικές εργασίες
στην περιοχή. Ξένοι περιηγητές από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα μας άφησαν και
αυτοί κάποια στοιχεία για την περιοχή, Όσον αφορά την έλλειψη ονομάτων σε
πηγές για την μεσοβυζαντινή περίοδο ίσως πρέπει να δεχτούμε την άποψη του
Χρυσού, που τόσο κατά την δική μου άποψη όσο και κατά την άποψη νέων
μελετών οφείλεται στο γεγονός,ότι η περιοχή βρίσκονταν διαρκώς υπό σλαβικές
επιρροές και εποικίσεις. Η συγκεκριμένη περιοχή του Τσουκαλιού και της Ροδιάς
είναι κατά παράδοσιν γεωργική και κτηνοτροφική περιοχή όπως και σήμερα. Η
εκτροφή χοίρων, για τους οποίους στην μελέτη για τον Αγιο Σπυρίδωνα έχω
κάνει αναφορά στο οικολογικό τρόπο εκτροφής, όπως μας τον περιέγραψε ο
Bartholdy αρχές του 19ου αιώνα, η εκτροφή βοδιών σύμφωνα με τον Hammond
έχει τις ρίζες στην αρχαία ελληνική περίοδο, η καλλιέργεια εξίσου παλιά. Άρα
λοιπόν μια τόση μεγάλη έκταση για να καλύψει τόσες ανάγκες έπρεπε να έχει
και ανθρώπινο δυναμικό. Το συγκεκριμένο ανθρώπινο δυναμικό δεν θα μπορούσε
να είναι συγκεντρωμένο σε μία ή δύο οικιστικές θέσεις αλλά θα έπρεπε να
διασκορπιστεί. Οι συνεχείς καθημερινές μετακινήσεις των κτηνοτρόφων δεν είχαν
την ανάγκη ενός φρουρίου αλλά την συγκέντρωση σε έναν τόπο. Δηλ. μικρά
χωριά. Όμως οι άνθρωποι αυτών των χωριών, αν θα μπορούσαμε να
αποκαλέσουμε έτσι τους οικιστικούς χώρους, είχαν και κάποιες ανάγκες.
Εμπορικές, προκειμένου να διακινήσουν τα πραμάτεια τους και ανάγκη
ασφάλειας. Και τις δύο λοιπόν αυτές ανάγκες τις κάλυπταν τα φρούρια της
περιοχής. Στην Ροδιά το φρούριο των Ρωγών και ανατολικά η Άρτα. Πόλεις/
Φρούρια που άρχισαν να αναπτύσσονται από το τέλος της μεσοβυζαντινής
περιόδου με αποκορύφωμα τον όψιμο μεσαίωνα. Κλείνοντας την αναφορά στην
συγκεκριμένη περιοχή θα δούμε, ότι η περιοχή αυτή με τους οικισμούς της
αποτέλεσαν τόσο για την βυζαντινή Αυτοκρατορία όσο και για τα άλλα τόσα
κρατίδια που σχηματίστηκαν εδώ την εμπορική και στρατιωτική πύλη για την
δυτική Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη περιοχή μέχρι που ο Αλί
πασάς την έκανε όλη δική του ήταν από τον μεσαίωνα ως τον 18ο αιώνα “
μήλον της έριδος ” για πολλούς.

     Ιστορική αναφορά στην πρώτη βυζαντινή περίοδο της περιοχής

   Για να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει στον μέσο και ύστερο Μεσαίωνα στην
περιοχή που εξετάζουμε από τον 9ο ως και τον 15ο αιώνα πρέπει πρώτα να
κάνουμε μια αναφορά στα γεγονότα της ύστερης Ρωμαϊκής κυριαρχίας και αρχή
της νέας αυτοκρατορίας που εμείς ονομάζουμε βυζαντινή.

  Οι αρχαίες πολιτείες της περιοχής αυτής , Αμβρακία, Άμβρακος και Βουχέτιον
καταστράφηκαν από τους Ρωμαίους ενώ μετά την νίκη του Οκταβιανού στην
ναυμαχία του Ακτίου χτίστηκε η Νικόπολη. Η Νικόπολη μέχρι τον 11ο μ. Χ.
Αιώνα θα είναι το πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της Ηπείρου.

  Στα 267 μ. Χ. προφανώς γερμανικό φύλλο κλάδος των Οστρογότθων οι Έρουλοι
(ο Δέξιππος,Έλληνας ιστορικός, πολιτευτής, στρατηγός και κληρονομικός ιερέας
της Ελευσίνας της οικογένειας των Κήρυκων τους αναφέρει σαν Σκύθες), κάνουν
την εμφάνισή τους σε πολλά μέρη στην Ελλάδα και αφού κατέστρεψαν την
Αθήνα και Κόρινθο φτάσανε στον Αμβρακικό.
Λεηλάτησαν την περιοχή και όρμησαν εναντίον της   Νικόπολης χωρίς επιτυχία. Κατόπιν τούτου συνέχισαν την
 καταστροφική τους πορεία προς βορά όπου στον ποταμό
Νέστο ήρθαν αντιμέτωποι με τον καλά οργανωμένο
ρωμαϊκό στρατό όπου ηττήθηκαν και ο αρχηγός τους
Ναουλομπάτους (Naulobatus) πιάστηκε αιχμάλωτος από
τους Ρωμαίους.    


293 μ. Χ. Περιφέρεια Παλιάς Ηπείρου

  Μεταξύ 285 μ. Χ. Και 305 μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός προβαίνει σε
διοικητική μεταρρύθμιση της αυτοκρατορίας και χωρίζει την Ήπειρο σε παλιά
και νέα Ήπειρο. (Epirus Vetus et Epirus Νova).Η εξεταζόμενη περιοχή ανήκει
στην παλιά Ήπειρο με πρωτεύουσα την Νικόπολη στα 293 μ. Χ. Μπορεί βέβαια
η Νικόπολη να ήταν το πολιτιστικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής αλλά
αυτό δεν λέει, ότι η πλούσια περιοχή του κάμπου του Βουχετίου και της
Αμβρακίας ήταν ακατοίκητη. Σίγουρα θα υπήρχαν κάποιοι μικροί οικισμοί με
αγρότες καθότι η περιοχή παρά τις καταστροφές που υπέστη από τις επιδρομές
διαφόρων φύλλων παρέμεινε πλούσια. Άρα λοιπόν η ρωμαϊκή διοίκηση δεν ήταν
ανόητη να μην εποικίσει την περιοχή. Επίσης σίγουρα θα υπήρχαν κάποιες
στρατιωτικές βάσεις π. Χ. Σαλαώρα, Βίγλα, Λάμαρη κτλ. Τέτοιες
στρατιωτικές μονάδες ήταν να προστατεύουν την περιοχή από μικροενοχλήσεις
ληστών, πειρατείας κτλ.

                            313 μ. Χ. Διάταγμα των Μεδιολάνων

  Μετά την υπογραφή και την εφαρμογή του διατάγματος των Μεδιολάνων η
Νικόπολης αναδεικνύεται σαν το χριστιανικό κέντρο της περιοχής και έχουμε την
ανέγερση των πρώτων χριστιανικών ναών. Εννοείται, ότι ο λαός της περιοχής δεν
άλλαξε από μια μέρα στην άλλη την πίστη του. Δηλ. δεν απαρνήθηκε την
παλιά του θρησκεία. Θα δούμε όταν αργότερα ο αυτοκράτορας Ιουλιανός
ανάστησε τα Άκτια δεν ήταν λίγοι αυτοί που λάμβαναν μέρος τόσο στα
αθλήματα όσο και στις λατρείες των αρχαίων Θεών .

                           375 μ. Χ. Ο μεγάλος σεισμός

  Στα 375 μ. Χ. η περιοχή υπέστη μεγάλο σεισμό που σύμφωνα με υπολογισμούς
γεωλόγων και σεισμολόγων ο σεισμός αυτός θα πρέπει να ήταν γύρω στα 7 με
7,5 της κλίμακας Ρίχτερ. Ο σεισμός αυτός κατέστρεψε κυριολεκτικά όλη την
περιοχή. Υπολογίζεται ότι αυτός ο σεισμός κατέστρεψε και τον οικισμό στην
σημερινή θέση της Στρογγυλής. Παράλληλα δε με την καθίζηση της γης έγινε
άνοιγμα έτσι που η θάλασσα μπορούσε τώρα να εισβάλει άνετα στον κάμπο και
σιγά σιγά να δημιουργηθούν τα πρώτα έλη.

                                           395 μ. Χ. Οι Γότθοι του Αλάριχου

  Στα 395 μ. Χ. εισβάλει στην περιοχή ο Αλάριχος
επικεφαλής των Γότθων, καταλαμβάνει την
Νικόπολη , καταστρέφει και λεηλατεί την γύρω
περιοχή, που ήδη είχε σημαντική ανάπτυξη στην
αγροτική οικονομία







475 μ. Χ. Επιδρομή των Βανδάλων

  Οι Βάνδαλοι αφού είχαν εγκατασταθεί στην βόρεια Αφρική και είχαν ιδρύσει
κράτος εκεί άρχισαν επιθέσεις εναντίον της ΡωμαϊκήςΑυτοκρατορίας
συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού χώρου.
Έτσι λοιπόν στα 475 μ. Χ. έκαναν την
εμφάνισή τους και στον βόρειο Αμβρακικό.
Λεηλάτησαν την περιοχή και κατέλαβαν την Νικόπολη.

                                           551 μ. Χ. Εισβολή των Οστρογότθων 

Το 551 μ. Χ. Ο βασιλιάς των Οστρογότθων Τωτίλας
αποφασίζει να λεηλατήσει την Ανατολική Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία και στέλνει στρατό με εντολή, όπως μας
λέει ο χρονογράφος Προκόπιος: “όπως λεηλατήσωσιν αυτήν
πάση δυνάμει” παραπέρα δε μας λέει: “αιφνιδίως
επέπεσεν κατά της Ηπείρου, ής ελεηλάτησεν τα περί την
Δωδώνην χωρία και διαφερόντως την Νικόπολιν και την
Άγχισον, συλλαβών δε και πολλά πλοία πλήρη επιτηδείων
της στρατιάς του Ναρσού απέπλευσεν” Ιστορικοί
ισχυρίζονται, ότι το πλήγμα αυτό ήταν τόσο δυνατό για την περιοχή που η
Νικόπολη κόντεψε να αφανιστεί. Σε παλιότερες έρευνες που είχα κάνει για τον
Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας είχα βρει, πώς οι Γότθοι είχαν απαγάγει από την
ευρύτερη περιοχή τις νέες κοπέλες. Η δε αγροτική περιοχή βόρεια του
Αμβρακικού υπέστη και αυτή φοβερές ζημιές. Πλοία των Γότθων είχαν εισβάλει
στον Αμβρακικό και προφανώς άραξαν στην Σαλαώρα απ΄ όπου έκαναν τις
επιδρομές στον κάμπο.



      Σκοτεινοί χρόνοι ή Σκοτεινοί αιώνες                   

7ος - 9ος αιώνας. Η εισβολή των Σλάβων -
Εξελληνισμός αυτών – οικισμοί της περιοχής
βόρεια του Τσουκαλιού

Την ώρα που από τις επιδρομές των βαρβάρων
κόντευε να αφανιστεί ο πληθυσμός της
ευρύτερης περιοχής και οι αυτοκράτορες
ζητούσαν κάποια λύση ώστε να φέρουν πάλι λαό στην Ήπειρο ένας νέος λαός
εμφανίστηκε στην νέα και παλιά Ήπειρο, οι Σλάβοι. Οι Σλάβοι φέρνοντας μαζί
τους όλο τους το νοικοκυριό έδειχναν πώς δεν ήταν διατεθειμένοι να
εγκαταλείψουν τις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν. Μαζί τους έφερναν και ένα
σωρό γιδοπρόβατα. Μέσα σε αυτό το χάος, όπως μας πληροφορεί η Μυρτώ
Βέϊκου στην εργασία της για τις Μεσοβυζαντινές οχυρώσεις στον Ελλαδικό
χώρο, οι κάτοικοι της πόλης Εύροιας (σημ. Γλυκή Θεσπρωτίας) εγκατέλειψαν
την πόλη τους και έφυγαν στην νότια Ιταλία.Αναφέρω συγκεκριμένα την
Εύροια γιατί και πάλι με στοιχεία που παίρνω από έρευνες της κυρίας Βέϊκου, οι
απόγονοι αυτών θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην περιοχή του Τσουκαλιού.
Η
σλαβική εποίκιση στην περιοχή που
μελετάμε πρέπει να έγινε με ομαλό
τρόπο. Βέβαια οι περισσότεροι
γηγενής, αν μπορούμε να τους
αποκαλέσουμε έτσι, κάτοικοι είχαν
ξεριζωθεί. Στην συγκεκριμένη
περιοχή έχουμε σύμφωνα με τα
τοπωνύμια εγκαταστάσεις λοιπόν
των Σλάβων στά σημερινά χωριά
Άγιο Σπυρίδωνα, Στρογγυλή,
Σαλαώρα, Καλόβατο πιο μακρυά έχουμε την Κόπραινα και παραπάνω έχουμε
την Ποδογόρα, Λέλοβο και προς δυσμάς κοντά στην Νικόπολη την Κοζίλη. Δεν
γνωρίζουμε καν αν στην συγκεκριμένη περιοχή που μελετάμε αν υπήρχαν
Σκλαβηνίες δηλ. περιοχές αυτόνομες αλλά σίγουρα υπήρχαν οι λεγόμενες
«Ζιούπα» (Zupa) σλάβικες κοινότητες διοικούμενες από φύλαρχους τους
λεγόμενους Zouπάνηδες (Zupan). Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι αυτοί
εξελληνίστηκαν σύμφωνα με τον Νικηφόρο Φωκά σε τρία στάδια.
α)Εντάχθηκαν στον στρατό της αυτοκρατορίας σαν αυτόνομοι φύλακες της
περιοχής.
β) αναμείχθηκαν με ντόπιους πληθυσμούς.
γ)Αν και οι ίδιοι ήταν παγανιστές, πολιτικοί και εμπορικοί λόγοι ήταν αυτοί που
τους οδήγησαν στο να ασπαστούν τον χριστιανισμό. Σημαντικό ρόλο στον
εξελληνισμό αυτών έπαιξε η εκκλησία.
Για τον εξελληνισμό των Σλάβων ο Λέωντας ο Σοφός στα Τακτικά κάνει λόγο
πώς ήταν έργο του Πατέρα του Αυτοκράτορα Βασιλείου του Α΄: Ταῦτα [τὰ Σκλαβικὰ
δὲ ἔθνη] δὲ ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ Ρωμαίων αὐτοκράτωρ Βασίλειος τῶν
ἀρχαίων ἐθῶν μεταστῆναι καὶ, γραικώσας, καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας, καὶ
βαπτισμάτι τιμήσας, τῆς τε δουλείας ἠλευθέρωσε τῶν ἑαυτῶν ἀρχόντων, καὶ στρατεύεσθαι κατὰ τῶν
Ρωμαίοις πολεμούντων ἐθνῶν ἐξεπαίδευσεν, οὕτω πως ἐπιμελώς πεὶ τὰ τοιαῦτα διακείμενος, διὸ καὶ
ἀμερίμνους Ρωμαίους ἐκ τῆς πολλάκις ἀπὸ Σκλάβων γενομένης ἀνταρσίας ἐποίησεν, πολλὰς
ὑπ΄ἐκείνων ὀχλήσεις καὶ πολέμους τοῖς πάλαι χρόνοις ὑπομείναντας.
Δηλαδή: Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα
επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και δίδαξε σε αυτά την
γραικική γλώσσα, τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα
ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον
των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους
Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις
παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.

τι γίνονταν πιο πέρα στην Νικόπολη.
9ος -10ος αιώνας – 829 μ. Χ. Πρώτη επίθεση των Βουλγάρων στην Νικόπολη
Βουλγαρικά φύλα εισβάλουν στην ευρύτερη περιοχή και πολιόρκησαν και
κατέλαβαν την Νικόπολη. Πρέπει να πούμε, ότι μαζί με τους Βούλγαρους, οι
οποίοι στην καταγωγή ήταν τουρκικό και όχι σλάβικο φύλο υπήρχαν και σλάβοι
και Ούζοι-Πατσινέγκοι. Ο ιστορικός Παπαρηγόπουλος
στηριζόμενος στο βυζαντινό έργο “Γενεσίου
Βασιλειών”, το οποίο είχε εκδοθεί κατ΄ εντολή του
αυτοκράτορα Κων/νου του Πορφυρογέννητου πιστεύει,
ότι αυτά τα φύλα εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη
περιοχή. Ο ιστορικός Πέτρος Φουρίκης επιφυλάσσεται
αυτής της άποψης και μας λέει: «…είναι άγνωστον επί
πόσον παρετάθη αυτή η βουλγαρική κατοχή της
Νικοπόλεως, όπως επίσης άγνωστον είναι και αν τα
βουλγαρικά αυτά φύλα εγκατεστάθησαν οριστικώς εν
τη υπαίθρω χώρα ή μετεκινήθησαν προς άλλα τμήματα του βυζαντινού κράτους,
όπερ ατυχώς, ου μόνον ηνείχετο, αλλ’ ενίοτε και υπέθαλπεν εξ ανάγκης τας
τοιαύτας μετακινήσεις» . Γεγονός όμως είναι, ότι οι κάτοικοι της Νικοπόλεως
για άλλη μια φορά άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη και να φεύγουν στην
ύπαιθρο. Και ενώ η Νικόπολη αργοπεθαίνει κοντά και γύρω από αυτή αρχίζουν
να δημιουργούνται νέοι οικισμοί
Μεσοβυζαντινή περίοδος - 9ος αιώνας
Οι Σλάβοι της περιοχής με επικεφαλής τους ζουπάνηδες (άρχοντες -φύλαρχοι)
κλείνοντας συμφωνίες με το Βυζάντιο εγκαθίστανται μόνιμα στην περιοχή,
δημιουργούν οικισμούς ασπάζονται το Χριστιανισμό και ομάδες με επικεφαλής
τους ζουπάνηδες δρουν σαν φύλακες της Αυτοκρατορίας. Και ενώ η Νικόπολη
αργοπεθαίνει (σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνουν οι ιστορικοί Μυρτώ
Βέϊκου και ο Τριανταφυλόπουλος τα σχετικά με την Εύριοα) οι πρώην κάτοικοι
της Εύροιας που βρίσκονταν στην νότια Ιταλία επανέρχονται στην Ήπειρο όχι
όμως στην αρχική τους κοιτίδα αλλά εκεί που κάποτε ήταν το Βουχέτιον και
ιδρύουν την πόλη των Ρωγών. Tι είχε όμως συμβεί; Απο τον 7ο και μετά αιώνα
παρατηρήθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία παρακμή των πόλεων. Οι
επαγγελματίες στρέφονται στην ύπαιθρο, ενώ οι άρχοντες προτιμούν τις
πρωτεύουσες των επαρχιών. Ο αστικός πληθυσμός μειώνεται, η οικονομία των
πόλεων συρρικνώνεται. Οι πόλεις μικραίνουν, μετατοπίζονται, άλλες
εξαφανίζονται και άλλες επιβιώνουν με δυσκολίες. Από τον 9ο αιώνα, οι πόλεις
έρχονται και πάλι στο προσκήνιο. Όσες βρίσκονται στη θέση παλαιών αξιοποιούν
στοιχεία του παρελθόντος. Τα ερείπια επισκευάζονται και παίρνουν νέα μορφή,
για να εξυπηρετηθούν καινούριες ανάγκες. Οι δρόμοι είναι τώρα πιο στενοί. Οι
εκκλησίες και τα μοναστήρια συνιστούν μέρος του αστικού τοπίου.
Τα
καταστήματα βρίσκονται  κατά μήκος των οδών και τα εργαστήρια ανάμεσα στα
σπίτια. Την ίδια περίοδο
ιδρύονται και καινούργιες
πόλεις σε νέες δυσπρόσιτες
θέσεις. Πρόκειται πλέον για
πόλεις-κάστρα. Η μέριμνα για ασφάλεια κυριαρχεί. Έτσι λοιπον έχουμε στην θέση όπου κάποτε βρίσκονταν το
αρχαίο Βουχέτιον την ίδρυση μιας νέας πόλης. Είναι η πόλης των Ρωγών. Η νέα πόλις
Ονομάστηκε έτσι από την Αρωγή που προσέφερε στους κατοίκους σε ώρες
κινδύνου. Ο Ιταλός Domenico Nardone σε ανάρτηση του στο προσωπικότου
Internet Blog για το κάστρο των Ρωγών γράφει, πώς οι νέοι κάτοικοι ήρθαν από
την Σικελία και ότι Ρωγοί σημαίνει “ σ ι τ α π ο θ ή κ ε ς ” . Πιστεύω ότι
μπέρδεψε τον όρο των Ρωγών με τον όρο-τοπωνύμιο Σικελία. Η άποψη αυτή δεν
είναι και τόσο βάσιμη. Γεγονός όμως είναι τόσο ο Nardone όσο και
Τρανταφυλλόπουλος και κατ΄ επέκτασιν η Βέϊκου μας δίνουν την πληροφορία ότι
οι νέοι άποiκοι του κάστρου είναι Έλληνες και έρχονται από τον ιταλικό χώρο. Ο
γήλοφος που ήταν χτισμένο το αρχαίο Βουχέτιον ήταν ο ιδανικός τόπος σύμφωνα
με τα πρότυπα της εποχής να χτιστεί μια καστρόπολη. Μια πολύ καλή ανάλυση
για τις οχυρώσεις της εποχής μας δίνει η Μυρτώ Βέϊκου και ταιριάζει απόλυτα
στους Ρωγούς: “Τα υψώματα αυτά α) συχνά περιβάλλονται από νερό
(θάλασσα ή ποτάμι) από δύο ή τρεις πλευρές, β) διαθέτουν πηγές
πόσιμου νερού, γ)διαθέτουν προγενέστερα οχυρωματικά έργα τα οποία
χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως την ελληνιστική περίοδο και δ)
βρίσκονται σε θέσεις κατά μήκος μεσοβυζαντινών χερσαίων και
θαλάσσιων οδών επικοινωνίας” Φαίνεται όμως ότι δίπλα από τους Ρωγούς
στον Κάμπο (σημ. Θέση Αγίου Σπυρίδωνα) υπήρχε ήδη οικισμός που σε μας
φαίνεται να έφτασε με το όνομα Κοτσιλοχώρι. Το όνομα Κοτσιλοχώρι είναι
σλαβοελληνικής προέλευσης και δηλώνει τόπος αιγοπροβάτων ή γιδότοπος.
Κόζια/Koza= γίδα, Κοζίλ/Kozil= γιδότοπος. Το τοπωνύμιο δηλώνει κατά πάσα
πιθανότητα, ότι οι κάτοικοι του συγκεκριμένου οικισμού ήταν ποιμένες ή
αγροτοποιμένες. Οι Ρωγοί αναπτύσσονται και ήδη όταν αυτοκράτορας είναι ο
Λέοντας ο σοφός στον κατάλογο των επισκοπών “Notitiae Gracia
Episcopatum”θα βρούμε την επισκοπή Ρηγών. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε , ότι
την περίοδο που οι Ρωγοί αναφέρονται σαν επισκοπική έδρα ή Άρτα δεν
αναφέρεται καν. Ούτε σαν Αμβρακία. Την ίδια εποχή χτίζεται στην θέση Βίγλα
η μονή Ρόδον το Αμάραντο σε μας σήμερα γνωστή σαν Παναγία Ροδιάς. Πέρα
όμως από το Μοναστήρι της Ροδιάς στην θέση Βίγλας στην τοποθεσία που
ονομάζεται Άγιος Γεώργιος υπήρχαν και υπάρχουν ερείπια παλιών οικισμών. Η
μαρτυρία δε του ονόματος Βίγλα μας αφήνει να καταλάβουμε, ότι η
συγκεκριμένη τοποθεσία ήταν ένα είδος στρατιωτικής βάσης, παρατηρητήριο
όπως λέει και το ίδιο το όνομα. Επίσης άλλη μια τέτοια βάση ήταν η θέση
Ποδαρούλι στην σημερινή θέση της Στρογγυλής.Και εδω η λέξη πρέπει να
είναι σλαβικής προέλευσης απο το σλαβικό Ποντ-Pod/ Podar = Πρόποδας κάτω
μέρος και το Uli υποκοριστικό του Ulice ούλι/ούλιτσε= δρόμος, έξω, πέρασμα .
Δηλ. Δρόμος στους πρόποδες. Όνομα που ταιριάζει, γι' αυτούς που γνωρίζουν τον
χώρο, απόλυτα στην τοποθεσία. Είναι λογικό λοιπόν, οι Ρωγοί αφού πρώτα
οχυρώθηκαν σαν πόλη και πήραν στρατιωτική αξία καθότι έλεγχαν την διάβαση
έπρεπε να ελέγχουν όλο τον τόπο. Αν όπως και σε άλλες περιοχές αρχικά αυτές
οι φρουρές είχαν δοθεί σε σλάβους και
διοικούνταν από ζουπάνηδες , όπως
προανέφερα αυτοί έπαιρναν μαζί τους
οικογένειες και ζώα και δημιουργούσαν
οικισμούς. Έχοντας πόστα σε αυτά τα
σημεία έλεγχαν απόλυτα τον κάμπο στον
βορειοδυτικό Αμβρακικό.
Οι Ρωγοί έπρεπε να καλύψουν ακόμη
τον Δρόμο προς την Λάμαρη και Λάκκα. Δεν υπάρχει λοιπόν πιο κατάλληλο
σημείο από τη θέση της σημερινής Στεφάνης Πρέβεζας. Και πάλι θα αναφερθώ
εδώ στην Μυρτώ Βεϊκου, η οποία μας λέει , ότι κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας
Βαρβάρας βρέθηκαν ίχνη εκκλησίας περίπου του ενδεκάτου αιώνα και αυτά
πρέπει να σχετίζονται με κάποιον οικισμό στα κοντινά . Ήδη εδώ υπήρχε από
την κλασική και ελληνιστική εποχή πάνω στο βουνό κάποιο φρούριο. Το φρούριο
αυτό με διάφορες μορφές έφτασε ως τον 19ο αιώνα. Άρα λοιπόν και εδώ θα
πρέπει να υπήρχε κάποιος οικισμός του οποίου το όνομα είναι άγνωστο και εξ
αιτίας της σημερινής Αγίας Βαρβάρας ας τον ονομάσουμε έτσι.. Άλλα δύο
σλαβικά τοπωνύμια και οικισμούς που συναντάμε μεταξύ των σημερινών χωριών
Αγ. Σπυρίδωνα Άρτας, Πέτρα Πρέβεζας και Στρογγυλή Άρτας είναι ο Ρουμπάς
και τα Αραπόσπιτα. Ο Ρουμπάς που κατά το τοπικό ιδίωμα λέγεται και Ρμπάς
βρίσκεται μεταξύ Πέτρας και Αγίου Σπυρίδωνα απέναντι από το κάστρο των
Ρωγών. Παλαιότερα θεώρησα ότι ίσως η ονομασία να προέρχεται από το
λατινικό Urbanus δηλ αυτών που κατοικούν στην πόλη. Μιας και πρόκειται για
αγροτεμάχια, τα χωράφια αυτών που κατοικούν στην πόλη. Προφανώς κάποιων
Φεουδαρχών. Ψάχνοντας έχω βρεί και μια αλβανοτουρκική λέξη απο το αλβανικό
ούρ/Ur = γέφυρα και το τουρκικό μπάς/μπασί bas/basi = αξιωματούχος
κοινώς σημαίνει “η γέφυρα των αξιωματικών”. Όντως εκεί πρέπει να υπήρχε
κάποια γέφυρα, την οποία όπως γνωρίζουμε πέρασε πολύ αργότερα και ο Μάρτιν
Ούλιαμ Λήκ. Επίσης θα ήταν φυσικό να υπάρχει κάποια διάβαση προς τους
αγρούς. Άλλη μια εκδοχή για τον Ουρμπά είναι να είναι και αυτή σλαβικής
προέλευσης και να προέρχεται από την λέξη Ρίμπα -Ριμπάς/Riba που σημαίνει
ψάρια. Δηλ. Εκεί που είναι τα ψάρια. Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν, ότι ο
Λούρος, τότε Ορουρός είχε άφθονα ψάρια. Τον 170 αιώνα στην χαρτογραφία θα
τον δούμε χαρτογραφημένο σαν “Ριμπά”. Η τελευταία άποψη, μου φαίνεται ότι
βρίσκεται πιο κοντά. Για την τοποθεσία Αραπόσπιτα πίστευα, ότι επειδή ο
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, μάλλον ο παπικός Ανδρόνικος Παλαιολόγος εξόρισε
Σύριους Κόπτες στην περιοχή μας, η τοποθεσία είχε να κάνει με αυτούς. Η
τοποθεσία βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο της Στρογγυλής, εκεί που είναι το
ρωμαϊκό λουτρό και το ελαιοτριβείο πλησίον της θέσεως “ποδαρούλι” ! Η λέξη
είναι ένα κράμα της Ηπειρωτικής παράδοσης με σλαβικό χαρακτήρα. Η λέξη “
Α ρ ά π η ς ” έχει και στους Σλάβους όπως και στους Έλληνες όχι την έννοια
του Άραβα αλλά του νέγρου. Η δεύτερη λατινικής προέλευσης λεξούλα
“ σ π ί τ ι ” (λατ. Hospicium, βυζ. οσπίτιον) όπου στα ελληνικά έχει την έννοια
της οικίας στα σλάβικα μεταφέρεται σαν “σπάτ / σπίτ” και σημαίνει ύπνος.
Δηλ. Το Τοπωνύμιο σημαίνει: “εκεί που κοιμάται ο αράπης”.
Γιατί όμως ο αράπης;
Ας δώσουμε τον λόγο στην Μαρία Τσούπη, (Ηπειρώτικα λιθόγλυπτα, Τέχνη
και κοινωνία, Ανιχνεύοντας στο Ζαγόρι, Εκδόσεις Εφύρα, Ιωάννινα 2006,)!
“…Ένα πλήθος ηπειρωτικών λαϊκών αφηγήσεων συνδέεται με την πίστη σε
υπερφυσικούς φύλακες των κρηνών (δράκοντες, αράπηδες, λάμιες) που φυλάσσουν
το νερό και τιμωρούν όσους πλησιάζουν να πιουν ή να αντλήσουν…» Ο “
αράπης “…είναι ο φύλακας του νερού, ενός στοιχείου της φύσης που ο άνθρωπος
οικειοποιείται για τις δικές του ανάγκες...“ Όντως εκεί υπήρχαν πιο παλιά
πόσιμα ύδατα. Εδώ έχουμε την παγανιστική αντίληψη των Σλάβων πιθανόν  σε
συνδυασμό με τοπικούς μύθους.
Κοντά στα παρατηρητήρια της Βίγλας σίγουρα θα υπήρχε και άλλος
αγροτοποιμενικός οικιστικός χώρος (σήμερα Πολύδροσο) που σε μας έφτασε το
όνομα Ζαβάκα και είναι άξιο να μελετηθεί αν είναι σλαβικής προέλευσης από το
ζ ι ά μ π α = βάτραχος, ίσως να υπήρχαν πολλοί βάτραχοι ή απο το “ ζ α μ π ά
κ α” που σημαίνει σκύλος και λιγότερο έρχομαι να πιστέψω ότι η λέξη
προέρχεται από το τουρκικό ζ α β α λ ί = φτωχός, έρημος.

  Πριν όμως συνεχίσω το ταξίδι στην υπόλοιπη περιοχή και βγώ από τους
σκοτεινούς αιώνες, τους ονομάζουμε έτσι γιατί μας λείπουν αρκετά στοιχεία γι΄
αυτά τα χρόνια, ας δούμε τί γίνεται στην περιοχή γενικά.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

ΤΟΥ ΜΕΜΑ














ΤΟΥ ΜΕΜΑ



«Πιάσε μία από γιουβέτσι, ρε Πανάγο, και κράτα τη ρετσίνα σου για κανα σεβνταλή.»
«Πώς κι έτσι ρε Μεμά; Εσύ και ν’ απαρνιέσαι το πιοτί;»
«Τα τσούξαμε εψές και κάνω κράτι.»

          Μέχρι να φέρει ο Πανάγος το φαΐ τράβηξα μία τζούρα σεκλέτι απ’ το τσιγάρο μου και μέτραγα με το μυαλό μου τις παράδες που ‘χα στην τσέπη. Δε μ’ έφταναν οι ρημάδες αλλιώς η καρδούλα μου το τράβαγε το κατρούτσο. Έριξα ένα βλέφαρο τριγύρω, έγνεψα μια καλησπέρα στα παιδιά απέναντι, τέντωσα καλύτερα την αρίδα μου και γεύτηκα δυο τζούρες ακόμα. Πέταξα τ’ αποτσίγαρο στο χωμάτινο πάτωμα και μπεγλέρισα τα ντέρτια μου στο κομπολόι.
          Ο Πανάγος δεν άργησε να ‘ρθει και εκτός απ’ το γιουβέτσι μου ‘φερε και δυο γουλιές ρετσίνα. «Προσφορά του καταστήματος» καθώς είπε. Με είχε μυριστεί ότι ήμουνα στεγνός και το ‘φερε με τρόπο. Με ήξερε καλά. Μεγαλωμένοι στην ίδια γειτονιά, τρέχαμε ξυπόλυτα χειμώνα-καλοκαίρι, με τα κοντοπαντέλονα χιλιομπαλωμένα και σφιγμένα στη μέση με μισό μέτρο ριγανέλι. Παραβγαίναμε την ανηφόρα με τα χαλίκια και ο νικητής έπαιρνε το μεγάλο τσέρκι και είχε προβάδισμα στο επόμενο παιχνίδι. Καλό παιδί από μικρός ο Πανάγος και μπεσαλής. Άνθρωπος εμπιστοσύνης και τόσα χρόνια λόγο δεν ανταλλάξαμε. Καταπιάστηκε με το ταβερνάκι του μπάρμπα κι ένα μεροκάματο το ‘βγαζε. «Τουλάχιστον θ’ αργήσω να πεινάσω» έλεγε. Σ’ αυτό το ταβερνάκι στήριξε και τ’ όνειρο να στεφανωθεί την Καιτούλα. Ήσυχη και μετρημένη η Καιτούλα. Κορώνα στο κεφάλι της τον είχε τον Πανάγο η αρραβωνιάρα και μάτια γι’ άλλονε δεν είχε. Τα ‘βλεπε αυτά κι ο Πανάγος κι έπαιρνε θάρρος και για το μυστήριο. Στο μαγαζί πάντως δεν την άφηνε να μπαινοβγαίνει. Είναι μερικοί λεχρίτες που τη γυναίκα τ’ αλλουνού δεν την εσέβονται.
          Σκεφτόμουνα κι εγώ το Μαρικάκι. Την είχα δει να μεγαλώνει από μικρό, να γίνεται κοριτσάκι με τις μακριές πλεξούδες της και τα φιογκάκια στον πάτο, να γυναικώνεται και να φτιασιδώνεται με μέτρο πάντα. Η γειτονιά δεν ήθελε πολύ. Το σούσουρο το ‘χαν οι γυναίκες για ψωμοτύρι. Λες και μ’ αυτό θα ‘στρωναν τραπέζι και θα χόρταιναν την πείνα της φαμίλιας.
Νοικοκυρά  απ’ τις λίγες το Μαρικάκι. Έλαμπε από πάστρα το χαμόσπιτο. Τα ‘βλεπα, ήθελα δεν ήθελα, από την κάμαρά μου απέναντι. Και από τότε που τους άφησε η μακαρίτισσα η μάνα της κεράκι αναμμένο για πατέρα κι αδελφό αυτή. Να τους πλένει, να τους μαγειρεύει, να τους μπαλώνει κι αχάραγα κάθε πρωί να φεύγει για το εργοστάσιο. Κορδελιάστρα κι ένα φαΐ στο τραπέζι το ‘φερνε. Την είχε κάνει κι ο αδελφός για Αυστραλία να βρει την τύχη του και όπως και να το κάνεις ένα στόμα λιγότερο μετράει. Το βράδυ καθότανε με την λάμπα δίπλα στο παραθύρι για να κεντήσει τα προικιά της. Δικαιολογιότανε πως έβλεπε καλύτερα εκεί. Μόλις πέρναγε ο καντηλανάφτης έπιανε τα βελόνια, στρωνότανε δίπλα στο περβάζι και όλο κι έριχνε κλεφτές ματιές απέναντι μέχρι να γυρίσω από την τσάρκα και να με δει, να ανταλλάξουμε τις ματιές μας, να βρει νόημα κι η μέρα της και το δικό μου τ’ άδικο κενό.
Έκανε μια γύρα ο Πανάγος, σύμμασε το μαγαζί, πήρε το μπουζουκάκι του, έβαλε και στα χέρια μου το μπαγλαμαδάκι και τράβηξε μια καρέκλα δίπλα μου. «Να την κεράσουμε την φτώχια μια πενιά ρε Μεμά» είπε και μου ‘κλεισε το μάτι. Πολύ δεν ήθελα. Χτύπαγε το τέλι μες την καρδιά κι αλάφραιναν οι σκέψεις. Ήτανε και τρεις - τέσσερις παρέες που το ‘καμαν κέφι κι άρχισα να γρατσουνάω με καημό. Πάνω στην ώρα ήρθαν και τα κεράσματα. «Να ‘χετε την υγειά σας ρε παιδιά» μας είπανε και δρόσισα το λαρύγγι μου. Πήγαν οι παραγγελιές φουρτούνα ώσπου απόκαμαν οι πιότεροι και μας καληνυχτίσαν.
Είχαμε μείνει πια εγώ με τον Πανάγο και δυο τζιμάνια απ’ την απάνω γειτονιά. Ο ένας, ο Αρίστος, γέννημα θρέμμα Πειραιώτης, φτωχαδάκι κι αυτός από τα γεννοφάσκιά του. Ο άλλος, ο πιο μικρός, ο Μηνάς, ήτανε καθαρός τρεις μήνες τώρα που ‘χε βγει απ’ τη στενή. Τον κάνανε τσακωτό οι πολιτσμάνοι για ένα κόλπο που ‘στησαν κάτι κουτσαβάκια από την Ελευσίνα και θέλανε το Μηνά για να τους μπάσει στα καφενεία της περιοχής. Μικρός αυτός κι άβγαλτος, γλυκάθηκε από τον παρά που του ‘ταξαν και μπήκε μπροστάρης. Το μυρίστηκαν το κόλπο οι αστυνόμοι, γνωστός στη γειτονιά ο Μηνάς, τον ετσιμπήσανε. Ευτυχώς δε μέτρησε μήνες πολλούς στα κάγκελα και τώρα ήταν έτοιμος για την πιάτσα.
Έσβησε ο Πανάγος τις λάμπες κι άφησε μια να φέγγει μοναχά να ‘χουμε να κάνουμε δουλειά μας. «Το κόλπο είναι ζόρικο και απαιτεί σαΐνια» τους είπα. «Άμα ‘χουμε το νου μας, θα γιομίσει η τσέπη τάλαρα και δε θα μας πάρουν πρέφα.»



          Ο Ιορδάνης είχε κανά πεντάρι χρόνια που μας απαρνήθηκε. Αγάπησε, λέει, στην Αθήνα και το ‘βλεπε φρόνιμο να κινήσει προς τ’ άνωθεν. Το βέβαιο ήτο πως αγάπησε. Όχι την προικισμένη μα τα προικιά της. Ο Θεός εξέχασε να στάξει μέλι στη μουσούδα της. Στην τσέπη της όμως φύτεψε μελίσσι. Έτσι, το λοιπόν, ο Ιορδάνης πήρε των ομματιών του και στρογγυλοκάθισε στην αριστοκρατία των Αθηνών. Πώς τα κουμάντριζε εκεί άγνωστο. Πού ήξερε τούτος από τέια και χοροεσπερίδες; Από Ιορδάνης που κοιμήθηκε, ξύπνησε Ζορντάν. Στη χάση και στη φέξη που κατηφόριζε στη γειτονιά τον πιάνανε οι πιτσιρικάδες στο ψιλό και του χαλάγανε τη μόστρα.
          Πέρναγε κι απ’ του Πανάγου σαν έκαμε κέφι κι άματις οι πιτσιρικάδες ήτανε απόντες. Μίαν εσπέραν χινοπωρινή έπνιξε το μεδούλι του στη ρετσίνα. Κέρασε κι όλο το μαγαζί κι άρχισε το κελάηδημα για το πως μπαινόβγαινε στα σαλόνια και το πως έφερνε βόλτα τις επιχειρήσεις του πεθερού. Κατά πως τα ‘λεγε θαρρείς ήταν μέγας και τρανός. Του λόγου μου είχα ιδίαν άποψη. Θαύμα αγέννητο στο νιάτο σου να είσαι ακαμάτης και άμα τη αφίξη του μύστακος να τρανεύεις. Και στα παιχνίδια έσχατος από μικρός και στις πονηροδουλειές μας αργότερα. Ούτε για τσίλιες δεν του ‘χαμε πίστη. Τρυπώναμε στην αυλή της κυρα-Κασσιανής, ριχνόμασταν πάνω στις λεμονιές και κλέβαμε ένα βλέφαρο και ‘μεις απ’ τους σινεμάδες πάνω απ’ τον μαντρότοιχο. Θέλαμε τον Ιορδάνη, το λοιπόν, να μας σφυρίζει άμα πέρναγε κανένας πολιτσμάνος ή αν στο εσωτερικό του οίκου υπήρχε κινητικότης. Στα σκούρα το ‘σκαγε ο χλιμίντζουρας και δίχως το σινιάλο. Θαύμα αγέννητο από Ιορδάνης να γίνεσαι Ζορντάν κι από μυαλό αλάδωτο ατσίδας. Θεληματάς θα ήτανε κι ας ήταν πεθερός του. Και τούτο επί δοκιμή. Τα παράλεγε από μόνος του μπας κι ανέβαινε στον οφθαλμό της ομήγυρης.
          Ρούπωνε ρετσίνα, ευφραίνονταν το φυλλοκάρδι του και όλο και παινευόταν. Έλεγε για τα εδέσματα που είχαν ονόματα απ’ την αλλοδαπή, για τους ραφτάδες που είχανε ιδρώσει στα Παρίσια πριν έρθουν να γαζώσουν τη ντόπια υψηλή κοινωνία, για τα σουλάτσα κάθε Κυριακήν εσπέραν εις τους κήπους και τα δικά του τα χαΐρια. Και μολόγαγε, ρούφαγε ρετσίνα και κέρναγε πιοτί και σιγαρέτα με το φίλτρο τους παρακαλώ.
          Αράζαμε κι εμείς ολόγυρα και κάναμε χάζι τον καμπόσο να γκορδώνεται και να φουσκώνει σαν ασκί. Τούτα που τα ‘λεγε τα ακούγαμε κι ολίγον βερεσέ μα τσούλαγε η ώρα ρέγουλο και δίναμε τόπο στον Ζορντάνη καθώς κελάηδαγε. Κι έλεγε για τα σπίτια τα δίπατα, τα τρίπατα, για τους λακέδες που ‘χανε για υπηρετικό προσωπικό, για τις συλλογές από κουμπούρια του πεθερού και τις κασετίνες τα μπριγιάνια οπού ‘χε η σύζυγος. Άλλα ολόχρυσα βαρύτερα κι απ’ τις θήκες τους κι άλλα με τα πετράδια τους, «αμυθήτου αξίας» κατά πως τα ‘λεγε.
          Γύρισα και κοίταξα τον Πανάγο. Είχεν απαρατήσει τα μεζεκλίκια όπως – όπως και είχε στρογγυλοκαθίσει απέναντι από τον Ζορντάνη κι άκουγε με προσοχή. Άπαξ το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, η συνεννόηση είχε γίνει. Δεν άργησα να καληνυχτίσω. Κίνησα για το τσαρδί μου. Άφηκα τον Ζορντάνη να μολογάει και με το νου άρχισα να στήνω τη δουλειά.

        Το τριαντακονταήμερο του επόμενου μηνός ο Μηνάς ανέλαβε έργο. Την έστηνε κάθε πρωί στη γειτονιά του Ζορντάνη. Σουλάτσερνε τα πέρα – δώθε του κι έκοβε κίνηση. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει και κάθε πότε. Είχε ‘κονομήσει του λόγου του και δυο μανίκια απ’ αυτά τα επιπλέοντα οπού ‘χουν οι γραφιάδες, καθώς κι ένα μάτσο μούφα επισημοχάρτια και περνιότανε κι η αφεντιά του για υπάλληλος από ‘κείνους του δημοσίου. Ο Ζορντάνης όπως έφευγε τα πρωινά έφτανε απόγευμα για να επιστρέψει. Κίνδυνος δε λογιότανε να τον απαντήσει. Στα μπες – βγες ο Μηνάς μέτρησε λίγο – πολύ τα ίδια άτομα. Την προικισμένη, τους γονιούς της, δυο υπηρέτριες και μια σοφεράντζα. Ο πατήρ μετά του σοφέρ μπαινοβγαίνανε αντάμα. Η προικισμένη κι η μάνα της ξεπόρτιζαν ολοένα για τας κοινωνικάς τους υποχρεώσεις και έμεναν ξοπίσω οι δύο υπηρέτριες. Η μία με τσιμπημένα τα χρονάκια της, ολόγιομη στα κιλά της και η άλλη η μικρότερη, ζαργάνα σωστή. Έβγαινε καμιά φορά και χάζευε η γειτονιά από τα κάλλη της. Τις Κυριακές πέταγε τα πανωμάνικα ο Μηνάς και τους φακέλους, έβαζε το γιλεκάκι του για τα πιο επίσημα, φόραγε κι ένα καπελάκι προς αποφυγήν αναγνωρίσεως κι έκανε την περαντζάδα του σαν τον υπόλοιπο κόσμο της γειτονιάς. Μετά το γεύμα το μεσημεριανό το δίπατο του σώγαμπρου Ζορντάνη άδειαζε. Έπαιρναν τα ρεπά τους κι οι υπηρέτες, πήγαιναν και τ’ αφεντικά τις βόλτες τους.
          Περί των τριών εβδομάδων αργότερα κι ενώ βρισκόμασταν ακόμη επί  της αναγνωρίσεως, κανόνισε ο Μηνάς την πρώτη του συνάντηση μετά τις υπηρετριούλας. Παραμόνευε πότε θα εξέλθει η μικράν. Μόλις είχε στάξει την μπόρα του ο ουρανός και αφέθηκε ο Μηνάς κι έγινε μουσκίδι. Κατόπιν, έκατσε στ’ απόβροχο και παραμόνευε. Άμα και εξήλθε η μικράν έκανε ετούτος πως καταριότανε την τύχη του και τίναζε το δροσόσταλο από τα πέτα. Τσίμπησε η υπηρετριούλα και ζύγωσε. Άπαξ και τον ρώτησε τι έπαθε, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι και ο μυς εις την παγίδαν. Προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και να περάσουν εις τα εσωτερικά για να στεγνώσει, να πιει και κάτι το ζεστό.
          Τον έμπασε από την πίσω πόρτα ίσα στα κουζινομαγεριά. Άραξε ο Μηνάς στις περιποιήσεις κι άρχισε με τρόπο το ερωτηματολόγιο. Ποιοι μένανε και πόσοι, πόσες κάμαρες είχεν η οικία και πόσες σάλες. Ζύγιασε την εξώπορτα της κουζίνας και είδε το μάνταλο ασθενικό. Ήπιε το χαμόμελο, ευχαρίστησε τα δέοντα και εξήλθε. Κατά πως φαινότανε η δουλειά έμελε να γίνει Κυριακήν εσπέραν, οπότε και το πεδίο ήτο ελεύθερο δηλαδή.
          Ένα μερόνυχτο νωρίτερα, το Σαββάτο, πήγε ο Αρίστος στον κουμπάρο του στην Καστέλα. Του ζήτησε το όχημα δανεικό για την επομένη τάχα μου για να βοηθήσει έναν φίλο του στα κουβαλήματα για το νυφιάτικο το σπίτι. Όχι δεν του ‘πε κι έτσι κανονίσαμε το μεταφορικό. Ο Αρίστος θα περίμενε να τελέψει η δουλειά στον διπλανό το δρόμο. Ο Πανάγος θα φύλαγε τσίλιες έξω απ’ τον μαντρότοιχο. Του λόγου μου με τον Μηνά θα κάναμε την μπούκα.
          Όπερ και εγένετο. Τ’ απομεσήμερο της Κυριακής αφήκαμε το λιμάνι κι ανεβήκαμε για την αριστοκρατία. Σουρούπωνε νωρίς. Χινόπωρο προχωρημένο. Ξαμοληθήκαμε στα σουλάτσα μην κινήσουμε και υποψίες όλοι αντάμα – αντάμα. Ο Πανάγος κινιότανε πλησίον της οικίας και μέτραγε τα εξελθόντα πρόσωπα. Πρώτιστα εξήλθε η σοφεράντζα, αργότερα ο Ζορντάνης μετά συζύγου και πεθερικών. Στα ύστερα φύγανε η ολόγιομη με τη ζαργάνα.
          Σαν αραίωσε η κίνηση στο δρόμο, πήραμε θέσεις. Ο Μηνάς, ατσίδας σωστός σε τέτοια, άνοιξε την αυλόπορτα στο πιτς  φυτίλι και μ’ ένα σάλτο βρεθήκαμε κι οι δύο μέσα. Φτέρωσαν τα ποδάριά μας και με πήγε στην πίσω πόρτα. Το μάνταλο ασθενικό, όπως το λογάριασε ο Μηνάς, μας έκανε τη χάρη και γλίστρησε ταχέως. Με το φανό ζερβά, έφεγγα στα πατήματά μας μη λάχει και σκοντάψουμε. Βγήκαμε απ’ το μαγεριό ίσαμε τα σαλόνια. Αντικριστά τα πλατύσκαλα από μάρμαρο, όπως τα μολόγαγε ο Ζορντάνης. Τραβήξαμε πάνω κατά τις κάμαρες όπου λογαριάζαμε θα βρούμε τα μπριγιάνια. Περάσαμε δυο από δαύτες εις μάτην. Μηδέ μπριγιάνι, μηδέ χρυσαφικό. Ούτε σε συρτάρι, ούτε σε ντουλάπι. Η δουλειά έπρεπε να ‘ναι τακτικιά και δεν αφήναμε ατσαλιό.
          Στην τρίτη πλέον κάμαρη βρήκαμε το στόχο μας. Ατσαλωμένο πατόκορφα, δίπλα απ’ τους καθρέφτες, έβλεπα για πρώτη μου φορά χρηματοκιβώτιο. Αλλάξαμε βλέμματα με το Μηνά κι είδαμε δε μας παίρνει. Κόλπα τέτοια δεν τα ‘χαμε φτασμένα. Σιχτίρισα την γκαντεμιά μου και πήραμε την απόφαση να φύγουμε. Η ώρα τσούλαγε κι η ιστορία μάκραινε. Αρχή για την επιτυχία πάσης δουλειάς είναι η συντομία. Ένα κι ένα κάνουν δυο κι εμάς μας είχε πάρει ήδη κατιτίς παραπάνω. Κάναμε να βγούμε στην κορφή της σκάλας μα ακούσαμε ξεμανταλώματα.
          Καθώς ιστόρησε αργότερα ο Πανάγος, η ζαργάνα είχε επιστρέψει ποδαράτη άξαφνα. Έκρωξε εκείνος το σινιάλο, αλλά ο σοβάς της αριστοκρατίας δεν είναι ίδιος με της φτωχολογιάς. Στα χαμόσπιτα μπαίνει τ’ αγέρι παρέα με τους αχούς του δρόμου. Εκεί, σινιάλα και συνθήματα ξεμένανε απ’ έξω. Έδωσε – πήρε ο δόλιος, μα εμείς στο εσωτερικό χαμπάρι. Μέχρι που η μικράν πέρασε το κατώφλι έμεινε ο Πανάγος στο χάζι. Έπειτα, πήγε ν’ ανταμώσει τον Αρίστο και έμειναν στο πόστο τους όσο δε ‘δίναν στόχο.
          Στα ενδότερα εμείς κρυφτήκαμε στο γύρισμα της σκάλας και βάναμε με το νου μας το τι ήταν φρόνιμο να πράξουμε. Ξέκλεψε ο Μηνάς δυο βλέφαρα και είδε ότι ήταν η ζαργάνα. Μου ‘κανε νόημα να κάμω ήσυχα και ν’ αναμένω. Γλίστρησε ο όφις τη σκάλα μέχρι κάτω, την ώρα που η μικράν είχε την πλάτη γυρισμένη. Το αίμα μου κόπηκε και βάλθηκα να σκέφτομαι το ξεφτιλίκι έμπροσθεν του Ζορντάνη. Άλλα τα άντεχα. Μέχρι και τη στενή. Τον Ζορντάνη να με λυπάται δεν το χώραγε ο νους μου όμως.
          Μες τη θολούρα μου και την ανυμποριά μου άκουσα το Μηνά να πιάνει την κουβέντα. Άλλο και τούτο πάλι. Τι είχε σκοπό να κάνει, ο Θεός κι η ψυχή του. «Ψιτ, είσαι μόνη;» τη ρώτησε. Λαχτάρισε η μικράν κι αλάφιασε. Έκανε να φωνάξει, αλλά ο Μηνάς την πρόκαμε. «Θέλω να σου μιλήσω. Σε παραμόνευα στον κήπο να γυρίσεις. Είσαι μόνη;» Γλύκανε ετούτη που τ’ ομορφόπαιδο έκανε τέτοιες ανδραγαθίες για ‘κείνη και σίμωσε. «Δεν πρέπει να ‘σαι ‘δω. Είναι επικίνδυνο. Από στιγμή σε στιγμή θα αρχίσουν να ‘ρχονται και θα ‘βρω τον μπελά μου. Κι εγώ κι εσύ.» «Πάμε κάπου να σου μιλήσω» της είπε ο Μηνάς και βγήκανε στον κήπο. Ξοπίσω σύρθηκα κι εγώ. Σαν έκοψαν αυτοί κατά τα δέντρα στην άκρη του μαντρότοιχου, βγήκα κι εγώ στον καθαρόν αέρα. Με δυο πιλάλες δρασκέλισα στην αυλόπορτα και τράβηξα για το διπλανό στενό όπως πρότασσε το σχέδιο.
          Το πως τα κουμάντρισε ο Μηνάς με την ζαργάνα το ξέρει μόνος του. Κανά τέταρτο της ώρας αργότερα εμφανίστηκε με το μειδίαμα μέγιστον του μύστακος. Της πούλησε αγάπες, έρωτα και λέλουδα κι εκείνη του ‘κλεισε και ραντεβουδάκι την ερχομένη Κυριακή στο ρεπό της.
          Σε συνέχεια της αποφράδας εκείνης νυχτός, ο Πανάγος απαρνήθηκε τις βρωμοδουλειές και βάλθηκε να φέρει γύρα το ταβερνάκι και ν’ αποκαταστήσει την Καιτούλα. Εγώ με τον Αρίστο απομείναμε στα γνώριμα, στα πέριξ. Να περιπαίζουμε κανά Αμερικανάκι απ’ τους στόλους που μας επισκέπτονταν ενίοτε, να ‘κονομάμε λίγα δηλαδή, αλλά εύκολα κι αναίμακτα. Που και που είχαμε και το Μηνά για παρέα. Τα χούγια δεν κόβονται μαχαίρι. Είχε ανέβει στην εκτίμηση όλων μας κι εγώ του χρώσταγα χάρη και με το παραπάνω. Το ‘λεγεν η περδικούλα του κι ήτανε παλικάρι. Ο μόρτης κάθε Κυριακή ανέβαινε στα λημέρια του Ζορντάνη κι έβγαζε βόλτα τη ζαργάνα. Τουτέστιν, το όφελος της όλης εργασίας ήτο το ειδύλλιο του Μηνά. Του λόγου μου το πήρα απόφαση να μην αλλάξω τον αέρα του λιμανιού, να κουκουλωθώ το Μαρικάκι που ξεροστάλιαζε στο δικό μου το καρτέρι και να κάνω πια βήματα όσα κι η δρασκελιά μου. Τα ξανοίγματα να μένουνε για άλλους.



Αλεξία Μπουκουβάλα



(Αυτο το κειμενο δημοσιευθηκε στο λογοτεχνικο περιοδικο "Νησιδες".Λογος ομορφος, απλος και παν' απ' ολα μαγκικος. Θελω να ευχαριστησω την φιλη  Αλεξια που μου εδωσε την αδεια γι' αυτη την δημοσιευση)