Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

                                                       ΚΑΝΤΖΙΩΤΙΚΑ ΧΡΩΜΑΤΑ



                       Μια εικονα λενε οι Κινεζοι ειναι χιλιες λεξεις, 17 εικονες ποσες;



Αγιος Αθανασιος
το "χαγιατι"...
ο "Αη Δημος", το Ιερο





                              Πισω απο εναν παλιο μαντροτοιχο ανακαλυψα αυτο το πηγαδι




 

                                                 ...η τροιχια εχει "αυλακωσει" την πετρα





οι Πικραμυγδαλιες πανω απο τον Αη Θαναση "οργιαζουν"

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014


...αποσπασμα απο την εκπομπη της ΕΡΤ, οΤοπος ο Μικρος, ο Μεγας.... αφηγητης ο Χρηστος Γιανναρας...

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΦΥΡΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ: Η ιστορία της θυμίζει παραμύθι

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΤΑ

Μια αυγή, άκουσε πολύ βαθιά μέσα του ν’ ανεβαίνει η φωνή του Θεού του ο πάτερ Διονύσιος. Φώναξε του Στεφανή:
- Η ξυλεία κ’ η πέτρα από τα νταμάρια να κατέβει κάτω στην πεδιάδα, διάταξε.
Ο παραγιός κοντοστάθηκε.
- Άλλαξες γνώμη για τη θέση της; Όμως κινδυνεύει κοντά στο ποτάμι, τόλμησε.
- Τι πράμα; ρώτησε ο καλόγηρος.
- Η εκκλησιά, είπε το παιδί.
- Δεν θα χτίσουμε εκκλησιά, είπε. Και κανένας πια δεν θα κινδυνεύσει …

Μπήκε η άνοιξη. Ο ήλιος άρχισε να ψήνει τα καλαμπόκια, τα κορμιά των εργατών …Κάτω απ’ το μυστρί και τη βαριά το γιαπί κάθε μέρα πιο πάνω. Χαράματα τυφλά ο ποταμός τους δρόσιζε τα μέτωπα κι αυτοί τον πολεμούσαν …Φωνάζονται πια με τα μικρά τους ονόματα, ο Βλάσης, ο Γιώργης, ο Αρτέμης, «Γιώργη φέρε το τρυπάνι, Βλάση τη σκάλα, Αρτέμη πιο λιανή πέτρα».

Μια μέρα ήρθε ο Αρτέμ-μπεης καβαλ-λάρης.
- Ο Αλάχ να σας ευλογεί, είπε. Τι χτίζετε;
- Ένα γεφύρι, είπε ο πρωτομάστορας ..!

Είναι μικρό απόσπασμα από το πάρεργο ενός ποιητή, λογοτεχνική προσέγγιση από το Γιάννη Δάλλα ενός, σημαντικού γα το γενέθλιο τόπο του, γεγονότος: την κατασκευή του γεφυριού του Καλόγηρου στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας!

Επέλεξα να παρουσιάσω το συγκεκριμένο γεφύρι για δυο λόγους. Ο πρώτος: έχει προχωρήσει, και στην πατρίδα μας, η μελέτη των παλιών πετρογέφυρων τόσο, ώστε μπορούμε, μάλλον επιβάλλεται, να ασχοληθούμε και με γεφύρια που δεν υπάρχουν πια -το γεφύρι του Καλόγηρου ανατινάχτηκε τη δεκαετία του 1940, στα χρόνια της κατοχής!

Ο δεύτερος: φωτογραφικό υλικό που πρόσφατα ήρθε στην επιφάνεια, επι-βεβαιώνει μεν όσα ξέραμε από γραπτές πηγές για το γεφύρι, ταυτόγχρονα όμως προ-σφέρει νέα, εντελώς άγνωστα μέχρι τώρα, στοιχεία, που αφορούν τη μορφολογική του μετάλλαξη στο χρόνο -θα τα παρουσιάσουμε απόψε για πρώτη φορά. Να τα πάρουμε από την αρχή.


Βρισκόμαστε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο ηγούμενος ενός μοναστηριού της πε-ριοχής, του Προφήτη Ηλία ψηλά στο Ηλιοβούνι, αποφασίζει να …ζεύξει το Λούρο με πέτρινο πια, τοξωτό γεφύρι. Τολμηρό ομολογουμένως το σχέδιό του, αφού το ποτάμι, ανεξέλεγκτο εδώ, σχεδόν χωρίς κοίτη, δημιουργούσε ανέκαθεν εκτεταμένα έλη, περιοδικά δε ακόμα και …λίμνη!

                                                                                           

Η κατασκευή έτσι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, θα διαρκέσει κάμποσα χρόνια, πάντα όμως υπό την επιστασία και οικονομική χορηγία του μοναστηριού. Μόνο οι ηγούμενοι άλλαξαν. Το γεγονός, με πολύτιμες λεπτομέρειες, καταγράφεται, σαν ενθύμηση, σε εκκλησιαστικό βιβλίο της Άρτας, γύρω στα 1870.

Έτει σωτηρίω 1853 κατά μήνα Φεβρουάριον ήρχισεν η οικοδομή της γεφύρας Ινάχου ποταμού δι’ εξόδων του Πανοσιωτάτου καθηγουμένου της Ιεράς και Σεβασμίας ενοριακής μονής του προφήτη Ηλία κ. Διονυσίου εκ κώμης Λευτεροχώρι, όστις δεν ε-πρόφθασε να το τελειώσει, διότι κατά το έτος 1857 Απριλίου 6 απεβίωσεν.

Ο δε διάδοχος αυτού, ο νυν ηγουμενεύων κ. Ιερόθεος εξ Άρτης ετελειοποίησεν αυτήν μετά των έξω καμάρων με ουκ ολίγων δαπάνων εκ της αυτής ιεράς μονής. Το πρώτον και το δεύτερον εστοίχισεν υπέρ τα 120.000 γροσίων. Ετελείωσεν αυτό περί τα τέλη του έτους 1861. Διο γράφω εις Ενθύμισιν …
Τα παραπάνω επαληθεύονται, τουλάχιστον όσον αφορά τα πρόσωπα, απ’ όσα έγραψε, δέκα χρόνια αργότερα, ο Ιωάννης Λαμπρίδης, ο οποίος, ας σημειωθεί, αγνοούσε τότε την ενθύμηση - θα δημοσιευτεί μόλις στα 1929 στο περιοδικό «Ηπειρωτικά Χρονικά».

Ωστόσο, μεταξύ τους, επισημαίνονται μικρές διαφορές στο χρόνο αποπε-ράτωσης του έργου -1861 κατά την ενθύμηση, 1867 κατά τον Λαμπρίδη- όπως και στο ύψος της συνολικής δαπάνης -120.000 γρόσια κατά τον πρώτο, 1.000 λίρες, δηλαδή 100.000 γρόσια κατά τον δεύτερο. Να δούμε τι έγραψε ακριβώς και ο Λαμπρίδης:

Ο ηγούμενος της Μονής ταύτης Διονύσιος εξ Ελευθεροχωρίου κατέβαλε λ. οθωμ. 640 προς ανέγερσιν της επί τον ποταμόν Λούρον γεφύρας, κειμένης μεταξύ των τμημάτων Καρβασαρά και Κάμπου και των χωρίων Χαλκιάδων και Ελευθεροχωρίου∙ ο δε διάδοχος τούτου Ιερόθεος ο Μπάικος εξ Άρτης προς αποπεράτωσιν του έργου (1867) λίρ. 360 …

Νομίζω πως, επειδή ο άγνωστός μας ιερωμένος, συντάκτης της ενθύμησης, βρισκόταν πιο κοντά στο χώρο και το χρόνο που συνέβη το γεγονός, πρέπει να δεχθούμε, σαν πιο ακριβείς, τις δικές του πληροφορίες. Άλλωστε η μικρή διάσταση στα συγκεκριμένα ζητήματα -περάτωσης και κόστους- δεν νομίζουμε πως θίγει ιδιαίτερα την επιχειρούμενη μελέτη του γεφυριού∙ απεναντίας, βάραινε καθοριστικά η απουσία, μέχρι πρόσφατα, οποιουδήποτε στοιχείου σχετικού με τη μορφή του -μόνη αλλά αδιασταύρωτη η πληροφορία του συνταγματάρχη Νικoλάου Σχινά, που σημείωνε στα τέλη εκείνου του αιώνα: … από του χωρίου Κανεσσοί η οδός βαίνουσα ομαλώς επί πεδιάδος, καθισταμένης εν χειμώνι αδιαβάτου, ένεκεν των σχηματιζομένων ελών, φέρει εις Γέφυραν Καλογήρου, δίτοξον επί του ποταμού Λούρου, της οποίας ο εις των θόλων έχει μεγαλείτερον άνοιγμα …

Τελικά, χρειάστηκε καιρός πολύς -ως τις μέρες μας- για να βρεθούν δύο φωτογραφίες, αληθινά ντοκουμέντα, κι έτσι να αναστηθεί, κυριολεκτικά, η φιγούρα του χαμένου γεφυριού ..!

Η μία περιλαμβάνεται στο λεύκωμα της Μαρίας Χρουσάκη που τύπωσε η Εθνική Πινακοθήκη το 2000. Στη σελίδα 161, βλέπουμε το γεφύρι μέσα στους βάλτους, σχεδόν αχρηστευμένο, να περιμένει το τέλος του που πλησιάζει. Η Χρουσάκη το βρήκε και το αποθανάτισε το 1941, όταν ανέβαινε στο μέτωπο …

Η άλλη φωτογραφία είναι πολύ παλιά. Την τράβηξε ο μεγάλος Fred Boissonnas σχεδόν πριν από εκατό χρόνια. Ανακαλύφθηκε όμως τώρα στη Γενεύη, στη διάρκεια έρευνας στο αρχείο του. Νέο ακόμη τότε το γεφύρι, νικούσε το Λούρο ευκολότερα… σ’ αυτό ακριβώς το σημείο θα τέλειωνε η ..ιστόρηση του γεφυριού του Καλόγηρου αν την επιχειρούσα δύο χρόνια νωρίτερα.



Βέβαια έτσι, ομολογώ, θα παρέμενε αναπάντητο το ερώτημα, που ένας παλιός -του 1900- τούρκικος χάρτης έθετε. Τώρα που, από καθαρή εύνοια της τύχης, έχουμε την απάντηση, θα πρέπει να συνεχί-σουμε την ιστορία του γεφυριού, για να ολοκληρωθεί. προς το παρόν, με τη βοήθεια δύο πρόχειρων σκαριφημάτων, να μάθουμε περισσότερα για τον περιβάλλοντα χώρο, τις επικρατούσες συνθήκες και πώς αυτές εξελίσσονται στην αλλαγή του αιώνα.
 Το γεφύρι έχει χτιστεί στη δυτική άκρη του κάμπου της Άρτας, κάτω από το ύψωμα Ηλιοβούνι (560 υψ.) όπου και το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Πιο κοντινά του χω-ριά, το Ελευθεροχώρι και η Φιλιππιάδα. Μετά το 1881, ανάμεσά τους, θα χτιστεί κι η Νέα Φιλιππιάδα, η …Χαμηδιέ κατά τους Τούρκους κατοίκους της που φτάνουν απ’ την απελευθερωμένη Άρτα.

Ο δρόμος που διασχίζει τους -αρχικά δύο, μετέπειτα τρεις - οικισμούς φεύγοντας για το γεφύρι, είναι -τότε- ένα στενό, χαμένο στη βλάστηση, μονοπάτι. Ο κεντρικός δρό-μος Άρτας - Ιωαννίνων, ξεκινώντας απ’ τη Σαλαώρα, το επίνειό τους, περνά ανατολι-κότερα, από Χανόπουλο και Γκρίμποβο, κατευθυνόμενος στα Πέντε Πηγάδια.

Όσοι έρχονται από Πρέβεζα, πρέπει να ανεβαίνουν στις δυτικές πλαγιές του Λιοβουνιού, να κατεβαίνουν στο ξύλινο πια γεφύρι της Πάσσενας, στην Παντάνασσα, και να συναντούν το μεγάλο δερβένι στα Μουλιανά (Γοργόμυλο). Παλιότερα, πριν κατα-στραφούν τα πέτρινα γεφύρια Τσουμπιάς και Κοτσιλοχωρίου στον Κάτω Λούρο, οι Πρεβεζάνοι, τουλάχιστον για Άρτα, είχαν πολύ συντομότερο ταξίδι.

Λοιπόν, σ’ αυτόν τον κάμπο βάλτο που όλοι αποφεύγουν, δεν μπορούν να διασχίσουν, το γεφύρι του Καλόγηρου φαντάζει το λιγότερο άχρηστο. Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν και μάλιστα ραγδαία γύρω στο 1890, που γίνεται η νέα χάραξη του δρόμου Άρτας - Ιωαννίνων μέσω Φιλιππιάδας. Από τότε το γεφύρι αποκτάει άλλη σημασία∙ συναντιούνται σ’ αυτό όλοι οι δρόμοι που επικοινωνούν τη νότια Ήπειρο. Ο πάτερ Διονύσιος, με το έργο του, αν μη τι άλλο, είχε προβλέψει το μέλλον ..!

Μπορούμε, τώρα, να δούμε τον τούρκικο χάρτη του 1900 που, όπως είπα γρηγορότερα, αφήνοντας ερωτήματα για τη μορφή του γεφυριού, έγινε αιτία να μην κλείσει η έρευνα και να βρεθούμε προ εκπλήξεως.

Καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της νότιας Ηπείρου, φυσικά και της Φιλιππιάδας που μας ενδιαφέρει. Κοιτάζοντάς τον, αμέσως τραβούν την προσοχή μας πέντε μικρές, ένθετες περιμετρικά, ζωγραφιές που, με φωτογραφικό ρεαλισμό, προβάλλουν γνωστά στην περιοχή μέρη. Αναγνωρίζουμε, για παράδειγμα, το γεφύρι της Άρτας, το κάστρο του Αλή στα Πέντε Πηγάδια, τη λίμνη της Μαυρής και πάει λέγοντας.

Όλα καλά και …ευχάριστα, ώσπου μια εικόνα, στο αριστερό περιθώριο, μην παραπέμποντας κάπου συγκεκριμένα, ξαφνιάζει. Αυτό, γιατί απεικονίζει δύο ά-γνωστες, θα λέγαμε παράλληλες, οδογέφυρες με αρκετά η καθεμιά τους τόξα. Φανταστική η σύνθεση, θα συμπέραινε κάποιος αβασάνιστα, αν τουρκομαθής, της παλιάς γραφής, δεν διάβαζε στη λεζάντα σχόλιο για …«γέφυρα του Καλόγηρου» !!

Η έκπληξη μεγαλώνει περισσότερο όταν, σ’ ελληνικό χάρτη της ίδιας εποχής, στην ουσία αντίγραφο του τουρκικού, διαβάζουμε δίπλα στα δύο περάσματα: «Χαλασμένη Γεφ. Καλογήρου» και «Γεφ. Σιδ. Χαμηδιέ» !!

Το αίνιγμα επιτέλους λύθηκε, ξεκαθάρισαν τα πράγματα, πριν από δύο χρόνια. Εντοπίστηκε τότε, στην πόλη Shetheld της κεντρικής Αγγλίας, στο αρχείο της Henry Boot, φωτογραφικό υλικό από διάφορα μέρη της Ελλάδας, απεικονίζοντας μεταξύ των άλλων και γεφύρια.

Η μεγάλη τεχνική εταιρία δραστηριοποιούταν στον μεσοπόλεμο στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας εκτεταμένες αποξηράνσεις στην Κρήτη, Θεσσαλία, Στερεά, Ήπειρο. Επειδή κάθε φορά, πριν ξεκινήσει τις εργασίες της, συνήθιζε να αποθανατίζει σχολαστικά το χώρο, προέκυψε ο μεγάλος αριθμός φωτογραφιών που, φυσικά, μετά τόσα χρόνια, αποτελούν ντοκουμέντα.

Υπάρχουν κι απ’ τη Φιλιππιάδα, να αφηγούνται λίγο πριν τον πόλεμο. Για την περίπτωσή μας να δούμε τρεις, πραγματικά αποκαλυπτικές.

Η πρώτη: Είναι ο κάμπος πλημμυρισμένος από άκρη σ’ άκρη, μια απέραντη κυριολε-κτικά λίμνη! Χαμηλά, σε πρώτο πλάνο, η επιβεβαίωση∙ διακρίνονται δύο πολύτοξες, μισοβουλιαγμένες στο νερό, γέφυρες !!

Η δεύτερη: Μέσα στο βάλτο, η μεγάλη οδογέφυρα∙ με επίπεδο, σιδερένιο ζεύγμα στο μέσο της! Φανερό πως έχουμε …ζουμάρει στη γέφυρα Χαμηδιέ, ακριβώς όμοια με τη ζωγραφιά του χάρτη!

Και η τρίτη: Το γεφύρι του Καλόγηρου(!!) …από τέτοια οπτική γωνία, που προκύπτει πια, αβίαστα, η αληθινή, η πλήρης μορφή του!


Είχε στο κέντρο, εκεί που στις ήρεμες ώρες η λαμπάδα του ποταμού, τη μεγάλη, τη …μεσιακιά καμάρα. Δίπλα, παράστεκε μια μικρότερη, η βοηθητική. Άλλα εννέα μικρά τόξα, δεξιά κι αριστερά, ήταν για να ενεργοποιούνται στις πλημμύρες του χειμώνα, απ’ ότι φαίνεται όμως όχι πάντα αποτελεσματικά … νομίζω έχουμε πια τα στοιχεία να αφηγηθούμε τη, σύντομη χρονικά, πολύ ενδιαφέρουσα μορφολογικά, ιστορία του γεφυριού του Καλόγηρου στη Φιλιππιάδα Πρέβεζας.

Το κυρίως γεφύρι, βασική και βοηθητική καμάρα, χτίζει, 1853 με 1857, ο ηγούμενος της Μονής Προφήτη Ηλία Διονύσιος απ’ το Ελευθεροχώρι∙ αυτό περισσότερο σαν τάμα, παρά για κάλυψη επιτακτικής ανάγκης …

Οι δύσκολες συνθήκες της περιοχής αναγκάζουν τον επόμενο ηγούμενο, Ιερόθεο Μπάικο από την Άρτα, να συνεχίσει, να μεγαλώσει εκατέρωθεν, το έργο, χτίζοντας, ως το 1861, τις έξω καμάρες. Μεγάλο και δύσκολο το γεφύρι, πολλά τα χρόνια, πολλά και τα χρήματα που χρειάστηκαν -αντίστοιχα, 9 έτη, παραπάνω από 1.200 λίρες …

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η κυκλοφορία αυξάνεται, οι τούρκοι προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα του χειμώνα κατασκευάζοντας τη μακριά οδογέφυρα Χαμη-διέ …

Το εξ ολοκλήρου πέτρινο παλιό τοξωτό γεφύρι συνεχίζει να λειτουργεί, τουλάχιστον το καλοκαίρι, επιβάλλοντας τ’ όνομά του στο χώρο, την αισθητική του στο χρόνο. Αυτό -για την ακρίβεια το βασικό, δίτοξο τμήμα του- αναφέρει ο Σχινάς, φωτογραφίζουν ο Boissonas και η Χρουσάκη …
Στους αγώνες 12-13, για να προωθούνται στο μέτωπο εφόδια απ’ τον πλωτό Λούρο, καταστρέφεται τμήμα του, που αμέσως μετά επισκευάζεται …

Η εταιρεία Boot, στις παραμονές του 1940, στη διάρκεια των αποξηραντικών εργασιών της, γκρεμίζει τους τοξωτούς εκατέρωθεν διαδρόμους, κι ολόκληρη τη Χαμηδιέ …

Στα σκληρά χρόνια της Κατοχής, τη νύχτα από 4η προς 5η Ιουλίου του 1943, ανατινάζεται και χάνεται οριστικά το δίτοξο -όπως στην αρχή- γεφύρι του Καλόγηρου …

Σήμερα, σε πυκνά χόρτα, ελάχιστα κατάντι της τσιμεντένιας με την άσφαλτο γέφυρας -κι αυτή του …Καλόγηρου- διατηρούνται τμήματα των ακρόβαθρων, για να θυμίζουν σ’ όσους ξέρουν. Κοντά τους και μια μαρμάρινη πλάκα που έστησε, «εις μνήμην», ο τελευταίος ηγούμενος του μοναστηριού -πριν κι αυτό εγκαταλειφθεί.

Πηγή: Εφημερίδα "Η ΓΝΩΜΗ" της Άρτας 

Lucas Braca

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013






  ...εφυγε απο κοντα μας ενας σεμνος, γελαστος ανθρωπος ενας γνησιος καλλιτεχνης....
Δεν προλαβαμε φιλε να κανουμε τελικα εκεινο το αφιερωμα που σχεδιαζαμε...
                                 ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΣΗΦΑΚΗ

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013




Έθιμα και άσματα του Λαζάρου

          Η Ανάσταση του Λαζάρου, το κοσμοϊστορικό  και ανεπανάληπτο γεγονός σε όλη την διαδρομή της ανθρωπότητας, δεύτερο σε σημασία και αξία μετά την Ανάσταση του Χριστού, δεν άφησε φυσικά ασυγκίνητες τις χριστιανικές ψυχές, που το υποδέχονται με δέος και κατάνυξη. Στις μέρες μας, όπου τα πάντα έχει σαρώσει το πνεύμα της αλλοτρίωσης και της εκκαθάρισης της μνήμης, τα έθιμα και οι παραδόσεις δεν ξέφυγαν από αυτή τη σάρωση και την εξαφάνιση. Έτσι στους νέους υπάρχει η συγγνωστή άγνοια ενώ στους μεγάλους η ένοχη λήθη. Όπως και να έχει το πράγμα, τα όμορφα έθιμά μας έπεσαν θύμα της καταστροφικής μανίας πάνω σε ότι έχει σχέση με το παρελθόν και τις αξίες του.
          Τυχεροί είναι όσοι δεν άφησαν αυτόν τον οδοστρωτήρα να περάσει και από την δική τους μνήμη αλλά αντιστάθηκαν σθεναρά στον πειρασμό. Μπορώ να υπερηφανευτώ, ότι είμαι και εγώ ένας από αυτούς τους τυχερούς που κατόρθωσαν να κρατήσουν μέσα τους, σαν ανεκτίμητο θησαυρό, τα υπολείμματα της τεράστιας πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ένα ελάχιστο κομμάτι από αυτόν τον πλούτο είναι τα έθιμα και τα άσματα του Λαζάρου μιας και έχουμε μπει στην μεγάλη Σαρακοστή και οι μνήμες ξυπνούν νοσταλγικά για να ζωντανέψουν τις στιγμές της κατάνυξης και της συγκίνησης.
          Έχοντας στα χέρια μου ένα μικρό θησαυρό, 12 άσματα που τραγουδούσανε την παραμονή και ανήμερα του Λαζάρου στην Στεφάνη της Πρέβεζας, θα ήθελα να προσπαθήσω, μέσα από αυτά τα τραγούδια να μεταφέρω το κλίμα εκείνης της εποχής, δηλαδή  της δεκαετίας του ’60. Από εκεί και ύστερα τα έθιμα άρχιζαν να ξεθωριάζουν, αφού χάνονταν με τα χρόνια οι στυλοβάτες και οι τροφοδότες τους, οι νέοι που θα έπρεπε να τα αναπαραστήσουν.
Δεν αναφέρομαι τυχαία στο χωριό μου, δηλαδή την Στεφάνη της Πρέβεζας αλλά γιατί ξεχώριζε και πρωτοστατούσε στο ζωντάνεμα αυτών των εθίμων και κρατούσε μια ποικιλία ασμάτων, ανάλογα με την περίσταση.
          Τα άσματα που τραγουδούσαμε την παραμονή του Λαζάρου βγαίνοντας στα σπίτια, δεν αναφέρονταν αποκλειστικά στο γεγονός αλλά περιστρέφονταν σε άλλα θέματα κρατώντας πάντα το χρώμα και το ύφος της ημέρας. Τα τραγούδια αυτά δεν μας τα μάθαιναν στο σχολείο ούτε στο σπίτι αλλά υπήρχε μία μεγάλη ιεροτελεστία, που επαναλαμβάνονταν απαρέγκλιτα κάθε χρόνο.
          Με το τέλος της ακολουθίας των πρώτων Χαιρετισμών, τα μεγάλα παιδιά του χωριού ξεχύνονταν στις καθορισμένες γωνιές του βουνού για να ανάψουν μεγάλη φωτιά. Οι εστίες ήταν δύο ή το πολύ τρεις και γύρω από αυτές μαζεύονταν οι παρέες των αγοριών με προεξάρχοντες τους τσοπάνηδες, που ήταν οι βασικοί γνώστες και θεματοφύλακες των τραγουδιών. Εκείνοι ήξεραν, περισσότερα από όλους να πλέκουν τα καλαθάκια για το Λάζαρο, που ήταν φτιαγμένα από λυγιά(λυγαριά) ή καλάμι, ή και από τα δύο μαζί.
          Όλο το χωριό αντηχούσε από τα τραγούδια και καμάρωνε για τα παιδιά, που είχαν τόσο ζήλο και μεράκι να μάθουν όλα τα τραγούδια για να τα πουν εκείνες, τις επίσημες μέρες μπροστά στις νοικοκυράδες που ασβέστωναν, έπλεναν τα ρούχα και τα σκεπάσματα ή έκαναν άλλες δουλειές προετοιμάζοντας το σπίτι να υποδεχτεί την μεγάλη μέρα της Λαμπρής, τον Αναστημένο Χριστό.
          Ο δάσκαλος του χωριού εκείνη την εποχή είχε βάλει μεγάλη τάξη ώστε να τηρείται η σοβαρότητα και η θρησκευτική ευλάβεια τις ώρες που τα παιδιά θα έβγαιναν στον Λάζαρο. Έτσι, ανήμερα της γιορτής θα έβγαιναν μόνο δύο παρέες, μία για κάθε μαχαλά, την παραμονή όμως υπήρχε διαφορετική τάξη. Από το πρωί ως το μεσημέρι θα έβγαιναν τα μικρά παιδιά και το απόγευμα, μέχρι το βράδυ τα μεγάλα. Τα μικρά παιδιά ήξεραν, το πολύ δύο ή τρία τραγούδια, τα οποία και επαναλάμβαναν σε κάθε σπίτι. Ένα από αυτά τα τραγούδια ήταν το “Ένα μικρό μικρούτσικο”, που τραγουδιόνταν συνήθως σε νοικοκυρές που είχαν μικρά παιδιά.
          Πραγματικά δεν είναι εύκολο να μεταφέρω το κλίμα και την συγκίνηση που γέμιζε τις ψυχές όλων το απόγευμα όταν έβγαιναν τα μεγάλα παιδιά που τραγουδούσαν τον “Αϊ Γιώργη” ή το “Σήμερα μαύρος ουρανός”. Το άσμα αυτό που αναφέρεται στην σταύρωση του Χριστού, το τραγουδούσαν παλιότερα ανήμερα την Μεγάλη Παρασκευή.  Όμως στα χρόνια τα δικά μας επικράτησε να λέγεται την παραμονή του Λαζάρου, μαζί με τα άλλα άσματα.
          Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, τα περισσότερα τραγούδια είχαν για θέμα τους γεγονότα από την καθημερινή ζωή και αναφέρονταν σε πρόσωπα. Όταν για παράδειγμα η οικογένεια είχε ξενιτεμένο, πράγμα πολύ συνηθισμένο για τα χρόνια εκείνα τα παιδιά θα έλεγαν το τραγούδι “Ξενιτεμένο μου πουλί”. Όταν υπήρχε στο σπίτι νέος, της παντρειάς, θα έλεγαν “Παλικαρίτσι έμορφο”, εάν υπήρχε κόρη, “Εδώ είναι θύγα έμορφη”. Όταν πήγαιναν στο σπίτι του Παπά του χωριού θα έλεγαν το τραγούδι “Βαριά κοιμάσαι Δέσποτα”. Όμως το πιο αγαπημένο για όλους ήταν ο “Αϊ Γιώργης” μεγάλο τραγούδι και συγκινητικότατο.
          Ζώντας όλοι μέσα στο πνεύμα της κατάνυξης και της συγκίνησης, είχαν απαίτηση τα τραγούδια να λέγονται σωστά, χωρίς κανένα λάθος και προπαντός με την δέουσα σοβαρότητα. Αυτό το ήξεραν καλά τα παιδιά και καθημερινά μοχθούσαν πάνω στο βουνό να μάθουν σωστά, όχι μόνο τα λόγια αλλά και να μυηθούν στο ύφος και την κατάνυξη. Τα άσματα ψάλωνταν πάνω στο ίδιο μοτίβο και έτσι δεν υπήρχε να χάσει κανείς το ρυθμό.
          Το άναμμα της φωτιάς, ήταν και αυτό μια ξεχωριστή ιεροτελεστία και μια προσπάθεια δύσκολη, καθώς τα πάντα ήταν βρεγμένα από τις αδιάκοπες βροχές, που εξακολουθούσαν στα μέρη μας και μέσα στην άνοιξη. Και επειδή πάνω στο βουνό έκανε κρύο και ταυτόχρονα έπεφτε το σκοτάδι τα βράδια, η φωτιά ήταν το μέσο που εξυπηρετούσε και πρακτικές ανάγκες, πέρα από ότι ήταν μια ποιμενική συνήθεια.
          Ας δούμε τώρα με συντομία τι γίνονταν ανήμερα της γιορτής της Ανάστασης του Λαζάρου. Όπως είχε ορίσει ο δάσκαλος του χωριού, ο αείμνηστος Σπύρος Ντούσιας, την ημέρα αυτή θα έβγαιναν μόνο δύο παρέες και μάλιστα μέσα σε περιορισμένα τοπικά όρια, όπως αναφέραμε. Για το σχηματισμό της παρέας θα έπρεπε να συμμετέχουν τουλάχιστον τρία παιδιά. Ο ένας από αυτούς, ο πιο ψηλός θα παράσταινε τον Αναστημένο Λάζαρο, σαβανωμένο όπως βγήκε από τον τάφο. Ένα παιδί θα κρατούσε το στολισμένο καλάθι, όπου μέσα σε αυτό οι νοικοκυρές τοποθετούσαν προσεκτικά ένα αυγό, που ήταν η αμοιβή για τον κόπο ή ακόμη ένα νόμισμα, δραχμή ή δίφραγκο. Το ίδιο έκαναν οι νοικοκυρές και στα μεγάλα παιδιά που έβγαιναν την παραμονή. Στα μικρά έδιναν αμύγδαλα, σταφίδες, καραμέλες, ξερά σύκα ή καμία δεκάρα. Ένα παιδί θα κρατούσε την κουδούνα που την έβγαζαν από τις αγελάδες και την χτυπούσε κάθε φορά που η παρέα έμπαινε στην αυλή του σπιτιού ή πάνω στις πόρτες για να ανοίξουν. Ένα άλλο θα είχε στο χέρι του τον κύπρο αν υπήρχε τέταρτος της παρέας, ένα μικρό κουδουνάκι που χτυπούσε ρυθμικά την ώρα του τραγουδιού.
          Εκείνη την μέρα ψαλλόνταν μόνο ο Λάζαρος δηλαδή το άσμα που αναφέρονταν στην Ανάσταση του Λαζάρου, όπου η συντροφιά των παιδιών θα υπέβαλε τραγουδιστά στον Λάζαρο την ερώτηση “Πες μας Λάζαρε τι είδες εις στον Άδη όπου πήγες”. Και ο Λάζαρος απαντούσε “Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους..”.
          Ένα επίσης αγαπημένο τραγούδι, ήταν: “Τα Βάγια”. Το τραγούδι αυτό αναφέρεται στην Ανάσταση του Λαζάρου, πλην όμως δεν τραγουδιόνταν ανήμερα αλλά το βράδυ της παραμονής, όπως άλλωστε αναφέρει και το ξεκίνημα του: “Καλησπέρα σας, καλή βραδιά σας, καλώς ήλθαμε στην αφεντειά σας”. Πολύ λίγοι ήξεραν τα λόγια του και τυχεροί ήταν εκείνοι που μπορούσαν να το μάθουν ολόκληρο, γιατί πάνω στο βουνό, εκεί στις πρόβες που έκανα τα παιδιά, δεν το έλεγαν, παρά μόνο το τραγουδούσαν οι μανάδες στα σπίτια, την ώρα που έκαναν τις δουλειές ή ύφαιναν στον αργαλειό. Μια από τις βασικές δουλειές των ημερών εκείνων για τις νοικοκυρές ήταν να αλείψουν το σπίτι, να πάρουν δηλαδή χώμα από τις όχθες του ποταμιού, να το κάνουν πηλό και βάζοντάς το σε μία τσίγκινη λεκάνη να αλείψουν με αυτό το δάπεδο του σπιτιού για καθαριότητα και απολύμανση, σαν συμπλήρωμα μετά το ασβέστωμα.
          Όταν ο αείμνηστος Σπύρος Ντούσιας έπαψε να είναι ο δάσκαλος του χωριού, τότε έπαψε να τηρείται και η τάξη στα έθιμα, σε σχέση με τα κάλαντα των Χριστουγέννων και το Λάζαρο. Τα παιδιά έβγαιναν όπως ήθελαν, ενώ η φωτιά πάνω στο βουνό έγινε παιχνίδι, που έφτασε σε ακρότητες, με αποτέλεσμα να απαγορευτεί. Έτσι σταμάτησαν και τα τραγούδια, ενώ τα παιδιά του σχολείου πήγαιναν στα σπίτια βουβά πια, αφού τραγούδια δεν μάθαιναν. Σήμερα δεν βγαίνει ο Λάζαρος στο χωριό, μονάχα την παραμονή κάποια παιδιά εξακολουθούν να τηρούν το έθιμο βγαίνοντας στα σπίτια.
          Θέλοντας να κρατήσω ζωντανή αυτή την παράδοση, αποφάσισα κάποια στιγμή να καταγράψω τα άσματα του Λαζάρου και τα έθιμα σε μια μικρή συλλογή, η οποία είναι στην διάθεση οποιουδήποτε θελήσει να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρέπει να δηλώσω ότι, με ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά δέχτηκα να συντάξω αυτό το άρθρο προσπαθώντας να είναι, όσο το δυνατό πιο σύντομο. Δεν ξέρω όμως αν κατόρθωσα να μεταφέρω, έστω και ένα μικρό δείγμα από το κλίμα και τη συγκίνηση των ημερών της εποχής εκείνης.


ΒΑΣΙΛHΣ Λ. ΚΡΙΤΣΙΜΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΙΔ. ΝΟΜΙΚΗΣ
ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ 13 ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ




1. Κάτω στα Ιεροσόλυμα

Καλά είν’ τα πάθη του Χριστού, καλά είναι να τα λέμε.
Όποιος τ’ ακούει χαίρεται κι όποιος τα λέει αγιάζει .
Κάτω στα Ιεροσόλυμα μες στου Χριστού τον Τάφο,
εκεί δέντρο δεν ήτανε, δέντρο εφανερώθη,
το δέντρο ήταν ο Χριστός, η ρίζα η Παναγία
και τα κλωνάρια που βαστούν  ήταν οι Αποστόλοι,
και τα φυλλάκια που 'πεφταν ήταν οι αμαρτίες,
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν  για του Χριστού τα πάθη:
Χριστέ μας ποιος σε σταύρωσε; Οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και τρις καταραμένοι.

Σημείωση: Εδώ το τραγούδι αυτό κανονικά τελειώνει, αλλά πολλές φορές συνεχιζόταν με τα λόγια άλλου τραγουδιού που θα δούμε παρακάτω.  Συνεχιζόταν δηλαδή ως εξής:  Για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντα βασιλέα.....


2. Σήμερα μαύρος ουρανός

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται,
σήμερα έβαλαν νομή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και τρις καταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό των πάντα Βασιλέα
κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό, να τον συλλάβουν όλοι.

Σαν κλέφτες τον εσύλλαβαν, σαν κλέφτες τον φωνάζουν
και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραγνάνε.
Τον Φαραώ διέταξαν τρία καρφιά να φκιάσει,
του 'παν να φκιάσει τέσσερα, του 'παν να φκιάσει τρία
κι αυτό το φαραόσκυλο βαρεί και φκιάνει πέντε.
Συ Φαραέ που τα 'φκιασες να 'ρθείς να τα διατάξεις.
Τώρα που με θυμίσατε,  θα ' ρθω να τα διατάξω.
Τα δυο, τα δυο στα πόδια του, τ' άλλα τα δυο στα χέρια,
το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε, πέφτει, λιγοθυμάει,
στάμνες νερό της ρίξανε ώσπου να τς έρθ' ο νους της,
ώσπου να τς έρθ' ο λογισμός, ώσπου να τς έρθ' ο νους της.
Κοντά που τς ήρθ' ο λογισμός,  κοντά που τς ήρθ' ο νους της,
ζητάει γκρεμούς να γκρεμιστεί για το μονογενή της,
ζητάει μαχαίρια να σφαχτεί για το μονογενή της,
ζητάει ποτάμια να πνιγεί για το μονογενή της.
Γυρίζ' Αφέντης και της λέει, γυρίζει και της κρένει.
Μη γκρεμίζεσαι μανούλα μου, κρεμιούνται οι μάνες όλες,
μη σφάζεσαι μανούλα μου, σφάζονται οι μάνες όλες,
μη πνίγεσαι μανούλα μου, πνίγονται οι μάνες όλες.
Βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι
να 'ρθουν οι μάνες των παιδιών παρηγοριά μεγάλη,
παρηγοριά κι αϊ Λίβανο από τον Άγιο Τάφο.

Σημείωση: Από τα λόγια το τραγούδι φανερώνει ότι ήταν προορισμένο για τη Μεγάλη Παρασκευή. ΄Ίσως όμως δεν ταίριαζε να βγαίνουν τα παιδιά στους δρόμους εκείνη τη μέρα και να τραγουδούν, αφού θα έπρεπε να τηρείται άκρα σιωπή λόγω του πένθους, γι' αυτό και καθιερώθηκε να τραγουδιέται μαζί με τ' άλλα την παραμονή του Λαζάρου

3. Ένα μικρό, μικρούτσικο

Ένα μικρό, μικρούτσικο, μικρό στη σαρμανίτσα,
μικρό που το 'χε η μάνα του, μικρό κι η αδερφή του,
το έλουζαν, το χτένιζαν και στο σχολειό το ‘στέλναν.
Ο δάσκαλος το καρτερεί με μια χρυσή βεργούλα,
η δασκάλισσα το καρτερεί με δυο κλωνάρια μόσχους,
μοσχοβολούν τα γράμματα κι ο νους του πέρα-πέρα,
πέρα-πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες
πο ‘χουν τα μάτια σαν ελιά,  τα φρύδια σα γαϊτάνια,
πο ‘χουν και τα ξανθά μαλλιά σαράντα πέντε πήχες.
   


4. Αϊ Γιώργης

Αϊ Γιώργη-Αϊ Γιώργη αφέντη μου και γριβοκαβαλάρη,
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,
τη χάρη σου, τη βουλή σου σε ποιόνε να τη δώσεις;
Εδώ είναι τ' αγριόστοιχειο κι ο δράκοντας μεγάλος
που δεν αφήνει άνθρωπο ούτε στιγμή την ώρα
σταλιά νερό δεν άφησε δια να πάρει η χώρα
και ‘ρίξαν την υπόληψη προς τη βασιλοπούλα
όπου την είχε η μάνα της μικρή και μοναχούλα.
Ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνηκε.
Όλο το βιος μου πάρτε το  και το παιδί μ' αφήστε.
Για δωσ’ μας το παιδάκι σου μην πάρουμε και σένα.
Για πάρτε το παιδάκι μου στολίστε το σα νύφη
και σύρτε το στο δράκοντα να το γλυκομασήσει.

Κι ο Άγιος εβουλεύθηκε να την ελευθερώσει
κι από την πίκρα την πολλή να την ξελευτερώσει.
Το κονταράκι τ’ άρπαξε πως το ‘χε μαθημένο,
μια κονταριά του έδωσε, τον πήρε μες στο στόμα,
σαν κάνει και τον ξάπλωσε στη γης, στο μαύρο χώμα.
Σύρε παιδί μου σπίτι σου, σύρε και στους γονιούς σου,
κι αν σε ρωτήσουν κόρη μου σήμερα στη ζωή σου
Αϊ Γιώργη με λένε στ' όνομα, απ' την Καππαδοκία
κι αν έχεις κάνα χάρισμα φκιάσε μιαν Εκκλησία,
στη μέση βάλε το Χριστό, στην άκρη την Παναγία
και στα κλωθογυρίσματα βάλε έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.


5. Παλικαρίτσιν έμμορφο

Παλικαρίτσιν έμμορφο με το στριφτό μουστάκι,
πώς το 'κανες και το 'στριψες σαν φούντα μανουσάκι;
Σου μύρισε για λυγερή, σου μύρισε για κόρη;
Για πάμε να την πάρουμε πριν βρέξει, πριν χιονίσει,
πριν κατεβάσει ο Δούναβης και πάρει τα γιοφύρια.
Γιοφύρια εγώ δε σκιάζουμαι, ποτάμια δε φοβούμαι,
παίρνω την αρρεβώνα μου και πάω πέρα-πέρα,
πέρα-πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες
πο ‘χουν τα μάτια σαν ελιά, τα φρύδια σαν γαϊτάνια,
πο ‘χουν και τα ξανθά μαλλιά σαράντα πέντε πήχες.
Στους ουρανούς τα έλιαζαν, στους κάμπους τα λεύκαιναν
..........................................τα λευκοπανάνε
βάζουν το σάλιο τους νερό, το δάκρυ τους σαπούνι,
βάζουν και τα ξανθά μαλλιά στον ήλιο να τ' απλώσουν.

Σημείωση: Η τελευταία στροφή απαντά και στο τραγούδι «ένα μικρό μικρούτσικο», καθώς τα δύο τραγούδια συγγενεύουν σ’ αυτό το σημείο.
6. Εδώ είναι θύγα έμμορφη

Εδώ είναι θύγα έμμορφη, θύγα καμαρωμένη,
την τάζουν και την προξενούν σ' αυτό το νιο, το ρήγα.
Δε θέλω ‘γω το βασιλιά δε θέλω ‘γω το ρήγα,
θέλω το αρχοντόπουλο με τις πολλές χιλιάδες,
πό ‘χει τ' αμπέλι’ ατρύγητα μ' όλους τους τρυγητάδες,
πό ‘χει τους μύλους δώδεκα κι όλους τους μυλωνάδες,
οι πέντ' αλέθουν με νερό, οι έξι με το γάλα
κι ο τρίτος ο καλύτερος αλέθει με το μέλι.
Το μέλι το τρώει η αρχοντιά και το κερί οι Αγίοι
και το μελισσοβότανο το σέρνουν οι Λαζάροι.


7. Τα Βάϊα

Καλησπέρα σας, καλή βραδιά σας,
καλώς ήρθαμε στην αφεντιά σας,
κι αν ορίζετε κι αν αγαπάτε
και το Λάζαρο να τον προσκυνάτε.
Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάϊα
ήρθε κι η γιορτή μεγάλη κι άγια.
Άλλοι έλεγον τα λόγια τ' Άγια,
άλλοι έκοβον κλάδους και Βάϊα.
Κίνησ' ο Χριστός εις την πόλη Βηθανία
εύρ' απάντηση Μάνθα και Μαρία.
Μάνθα που ‘ν' ο Λάζαρος, που ‘ν' αδερφός σας
που ‘ν' ο φίλος μου αγαπητός σας;
λέγει Αφέντης μου.
Είν' αποθαμένος κι εις τον τάφο του
τετραπερασμένος. Ας υπάγομε
να τον ιδούμε κι εις τον τάφο του.

Όλοι τρέξανε μικροί, μεγάλοι φίλοι του Χριστού
(εύρε) και άλλοι και τα νήπια  των Ιουδαίων.
Έλα Κύριε, ανάστησέ μας από τους νεκρούς
ξελευτέρωσέ μας.  Ω του θαύματος!
Όρθιος εστάθη και τα πόδια του
μύρον εβγάζαν κι αδερφάδες του
τον αγκαλιάζαν, η Μάνθα κι η Μυγδαλινή
κι η μάνα του Λαζάρου
και του Ιακώβου η αδερφή κι οι τέσσερες αντάμα,
σαν ‘πέσαν τον προσκύνησαν, τα πόδια του φιλούσαν.
Χριστέ μας παντοδύναμε και ποιητά του κόσμου
.........................................
Το πρώτο θαύμα που 'κανες ήταν στη Γαλιλαία
που κάνεις τα νερά κρασιά τα θαύματα (ελέα)
και τ' άλλο θαύμα που 'κανες ήταν στη Βηθανία
π' ανάστησες το Λάζαρο το φίλο το δικό σου,
που ήταν φίλος του Χριστού και αδερφός δικός μας
ποτές του δεν εγέλασε, ποτές του δε γελάει,
είχε τα χείλη του πικρά, τη γλώσσα του φαρμάκι.

Σημείωση: Στο κενό που σημείωσα παραπάνω, πολύ πιθανό να υπήρχαν στίχοι γιατί νοηματικά τουλάχιστον μου φαίνεται ότι υπάρχει κενό.  Στο σημείο αυτό πάντως, εγώ δε θυμάμαι να ήξερα κανένα στίχο και να τον ξέχασα. Για κάθε ενδεχόμενο κάνω τη σχετική υπόμνηση. Μάλλον υπήρχε ένας η δύο στίχοι που δεν τους είχα μάθει ποτέ. Μπορεί να μην τους συγκράτησα εκείνες τις στιγμές που καθόμουν στο σκαμνάκι, δίπλα στην μητέρα μου, στον αργαλειό φροντίζοντας να μη με βλέπει. 


8. Ο Λάζαρος

Σήμερον έρχετ’ ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός
εις την πόλη Βηθανία Μάνθα κλαίει και Μαρία,
Λάζαρε τον αδερφό σου και καλικαδιακό σου
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμιοιρολογούσαν,
την ημέρα την τετάρτη κίνησ' ο Χριστός για να 'ρθει
κι εβγήκε η Μάνθα έξω, εξ' από τη Βηθανία
και τους πόδας του εφιλίαν. Αν εδώ ήσουν Χριστέ μας
δεν θ' απέθνησκε αδερφός μου.
Πριν και ‘γω τώρα πιστεύω και καλότητα ηξεύρω 
ότι δη να σας φιλήσω και νεκρούς να αναστήσω.
Τότε ευρεθήσαν όλοι μαθηταί και Αποστόλοι,
δόξα τω Θεώ φωνάζουν και το Λάζαρο ξετάζουν.
Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη όπου πήγες;
Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδούλας, τ' αχειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.



  Όταν λοιπόν τα μεγάλα παιδιά του χωριού επισκέπτονταν τον ιερέα στο σπίτι του το απόγεμα της Παρασκευής, παραμονή του Λαζάρου, του έψαλαν αυτό το άσμα:

          Βαριά κοιμάσαι Δέσποτα στα ρύζια, στα λουλούδια.
Οι Εκκλησιές σημαίνουνε, τα μοναστήρια ψέλνουν,
μα η δική σου η Εκκλησιά δεν ψέλνει, δε διαβάζει.
Για στείλ’ τα μαθητούρια σου να παν να την ανοίξουν,
ν’ ανάψουν κόκκινα κεριά και πράσινες λαμπάδες,
να μπει ο Άγιος Χριστός, να μπει να σεργιανίσει.
Σαν μπήκε και σεργιάνισε πως το ‘θελε η καρδιά του,
βλέπει φτωχούς να κάθονται στον ήλιο, στον προσήλιο
και να κρατούν στα χέρια τους κεράκια αναμμένα,
κεριά, κεριά κι αϊ Λίβανο από τον Άγιο Τάφο.


Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

                                     Η ΜΙΚΡΗ ΛΙΜΝΗ ΣΤΑ ''ΝΤΑΜΑΡΙΑ''


   Μια μικρη λιμνουλα εχει σχηματισθει στο βαθος του παλιου λατομειου στο χωριο μας. Δινει τονο και χρωμα στην περιοχη παρ' οτι διπλα υπαρχει πληθος σκουπιδιων απο παλια λαστιχα κι οτι αλλο φανταστει κανεις αυτη επιμενει να αναδυκνυει την ομορφια της... Ας την προστατεψουμε αν μπορουμε....






... και διπλα το ποταμι ορμητικο κυλαει

ενω πανω στο βουνο οι ανεμωνες "κανουν παρτυ"...