Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΤΟΥ ΜΕΜΑ














ΤΟΥ ΜΕΜΑ



«Πιάσε μία από γιουβέτσι, ρε Πανάγο, και κράτα τη ρετσίνα σου για κανα σεβνταλή.»
«Πώς κι έτσι ρε Μεμά; Εσύ και ν’ απαρνιέσαι το πιοτί;»
«Τα τσούξαμε εψές και κάνω κράτι.»

          Μέχρι να φέρει ο Πανάγος το φαΐ τράβηξα μία τζούρα σεκλέτι απ’ το τσιγάρο μου και μέτραγα με το μυαλό μου τις παράδες που ‘χα στην τσέπη. Δε μ’ έφταναν οι ρημάδες αλλιώς η καρδούλα μου το τράβαγε το κατρούτσο. Έριξα ένα βλέφαρο τριγύρω, έγνεψα μια καλησπέρα στα παιδιά απέναντι, τέντωσα καλύτερα την αρίδα μου και γεύτηκα δυο τζούρες ακόμα. Πέταξα τ’ αποτσίγαρο στο χωμάτινο πάτωμα και μπεγλέρισα τα ντέρτια μου στο κομπολόι.
          Ο Πανάγος δεν άργησε να ‘ρθει και εκτός απ’ το γιουβέτσι μου ‘φερε και δυο γουλιές ρετσίνα. «Προσφορά του καταστήματος» καθώς είπε. Με είχε μυριστεί ότι ήμουνα στεγνός και το ‘φερε με τρόπο. Με ήξερε καλά. Μεγαλωμένοι στην ίδια γειτονιά, τρέχαμε ξυπόλυτα χειμώνα-καλοκαίρι, με τα κοντοπαντέλονα χιλιομπαλωμένα και σφιγμένα στη μέση με μισό μέτρο ριγανέλι. Παραβγαίναμε την ανηφόρα με τα χαλίκια και ο νικητής έπαιρνε το μεγάλο τσέρκι και είχε προβάδισμα στο επόμενο παιχνίδι. Καλό παιδί από μικρός ο Πανάγος και μπεσαλής. Άνθρωπος εμπιστοσύνης και τόσα χρόνια λόγο δεν ανταλλάξαμε. Καταπιάστηκε με το ταβερνάκι του μπάρμπα κι ένα μεροκάματο το ‘βγαζε. «Τουλάχιστον θ’ αργήσω να πεινάσω» έλεγε. Σ’ αυτό το ταβερνάκι στήριξε και τ’ όνειρο να στεφανωθεί την Καιτούλα. Ήσυχη και μετρημένη η Καιτούλα. Κορώνα στο κεφάλι της τον είχε τον Πανάγο η αρραβωνιάρα και μάτια γι’ άλλονε δεν είχε. Τα ‘βλεπε αυτά κι ο Πανάγος κι έπαιρνε θάρρος και για το μυστήριο. Στο μαγαζί πάντως δεν την άφηνε να μπαινοβγαίνει. Είναι μερικοί λεχρίτες που τη γυναίκα τ’ αλλουνού δεν την εσέβονται.
          Σκεφτόμουνα κι εγώ το Μαρικάκι. Την είχα δει να μεγαλώνει από μικρό, να γίνεται κοριτσάκι με τις μακριές πλεξούδες της και τα φιογκάκια στον πάτο, να γυναικώνεται και να φτιασιδώνεται με μέτρο πάντα. Η γειτονιά δεν ήθελε πολύ. Το σούσουρο το ‘χαν οι γυναίκες για ψωμοτύρι. Λες και μ’ αυτό θα ‘στρωναν τραπέζι και θα χόρταιναν την πείνα της φαμίλιας.
Νοικοκυρά  απ’ τις λίγες το Μαρικάκι. Έλαμπε από πάστρα το χαμόσπιτο. Τα ‘βλεπα, ήθελα δεν ήθελα, από την κάμαρά μου απέναντι. Και από τότε που τους άφησε η μακαρίτισσα η μάνα της κεράκι αναμμένο για πατέρα κι αδελφό αυτή. Να τους πλένει, να τους μαγειρεύει, να τους μπαλώνει κι αχάραγα κάθε πρωί να φεύγει για το εργοστάσιο. Κορδελιάστρα κι ένα φαΐ στο τραπέζι το ‘φερνε. Την είχε κάνει κι ο αδελφός για Αυστραλία να βρει την τύχη του και όπως και να το κάνεις ένα στόμα λιγότερο μετράει. Το βράδυ καθότανε με την λάμπα δίπλα στο παραθύρι για να κεντήσει τα προικιά της. Δικαιολογιότανε πως έβλεπε καλύτερα εκεί. Μόλις πέρναγε ο καντηλανάφτης έπιανε τα βελόνια, στρωνότανε δίπλα στο περβάζι και όλο κι έριχνε κλεφτές ματιές απέναντι μέχρι να γυρίσω από την τσάρκα και να με δει, να ανταλλάξουμε τις ματιές μας, να βρει νόημα κι η μέρα της και το δικό μου τ’ άδικο κενό.
Έκανε μια γύρα ο Πανάγος, σύμμασε το μαγαζί, πήρε το μπουζουκάκι του, έβαλε και στα χέρια μου το μπαγλαμαδάκι και τράβηξε μια καρέκλα δίπλα μου. «Να την κεράσουμε την φτώχια μια πενιά ρε Μεμά» είπε και μου ‘κλεισε το μάτι. Πολύ δεν ήθελα. Χτύπαγε το τέλι μες την καρδιά κι αλάφραιναν οι σκέψεις. Ήτανε και τρεις - τέσσερις παρέες που το ‘καμαν κέφι κι άρχισα να γρατσουνάω με καημό. Πάνω στην ώρα ήρθαν και τα κεράσματα. «Να ‘χετε την υγειά σας ρε παιδιά» μας είπανε και δρόσισα το λαρύγγι μου. Πήγαν οι παραγγελιές φουρτούνα ώσπου απόκαμαν οι πιότεροι και μας καληνυχτίσαν.
Είχαμε μείνει πια εγώ με τον Πανάγο και δυο τζιμάνια απ’ την απάνω γειτονιά. Ο ένας, ο Αρίστος, γέννημα θρέμμα Πειραιώτης, φτωχαδάκι κι αυτός από τα γεννοφάσκιά του. Ο άλλος, ο πιο μικρός, ο Μηνάς, ήτανε καθαρός τρεις μήνες τώρα που ‘χε βγει απ’ τη στενή. Τον κάνανε τσακωτό οι πολιτσμάνοι για ένα κόλπο που ‘στησαν κάτι κουτσαβάκια από την Ελευσίνα και θέλανε το Μηνά για να τους μπάσει στα καφενεία της περιοχής. Μικρός αυτός κι άβγαλτος, γλυκάθηκε από τον παρά που του ‘ταξαν και μπήκε μπροστάρης. Το μυρίστηκαν το κόλπο οι αστυνόμοι, γνωστός στη γειτονιά ο Μηνάς, τον ετσιμπήσανε. Ευτυχώς δε μέτρησε μήνες πολλούς στα κάγκελα και τώρα ήταν έτοιμος για την πιάτσα.
Έσβησε ο Πανάγος τις λάμπες κι άφησε μια να φέγγει μοναχά να ‘χουμε να κάνουμε δουλειά μας. «Το κόλπο είναι ζόρικο και απαιτεί σαΐνια» τους είπα. «Άμα ‘χουμε το νου μας, θα γιομίσει η τσέπη τάλαρα και δε θα μας πάρουν πρέφα.»



          Ο Ιορδάνης είχε κανά πεντάρι χρόνια που μας απαρνήθηκε. Αγάπησε, λέει, στην Αθήνα και το ‘βλεπε φρόνιμο να κινήσει προς τ’ άνωθεν. Το βέβαιο ήτο πως αγάπησε. Όχι την προικισμένη μα τα προικιά της. Ο Θεός εξέχασε να στάξει μέλι στη μουσούδα της. Στην τσέπη της όμως φύτεψε μελίσσι. Έτσι, το λοιπόν, ο Ιορδάνης πήρε των ομματιών του και στρογγυλοκάθισε στην αριστοκρατία των Αθηνών. Πώς τα κουμάντριζε εκεί άγνωστο. Πού ήξερε τούτος από τέια και χοροεσπερίδες; Από Ιορδάνης που κοιμήθηκε, ξύπνησε Ζορντάν. Στη χάση και στη φέξη που κατηφόριζε στη γειτονιά τον πιάνανε οι πιτσιρικάδες στο ψιλό και του χαλάγανε τη μόστρα.
          Πέρναγε κι απ’ του Πανάγου σαν έκαμε κέφι κι άματις οι πιτσιρικάδες ήτανε απόντες. Μίαν εσπέραν χινοπωρινή έπνιξε το μεδούλι του στη ρετσίνα. Κέρασε κι όλο το μαγαζί κι άρχισε το κελάηδημα για το πως μπαινόβγαινε στα σαλόνια και το πως έφερνε βόλτα τις επιχειρήσεις του πεθερού. Κατά πως τα ‘λεγε θαρρείς ήταν μέγας και τρανός. Του λόγου μου είχα ιδίαν άποψη. Θαύμα αγέννητο στο νιάτο σου να είσαι ακαμάτης και άμα τη αφίξη του μύστακος να τρανεύεις. Και στα παιχνίδια έσχατος από μικρός και στις πονηροδουλειές μας αργότερα. Ούτε για τσίλιες δεν του ‘χαμε πίστη. Τρυπώναμε στην αυλή της κυρα-Κασσιανής, ριχνόμασταν πάνω στις λεμονιές και κλέβαμε ένα βλέφαρο και ‘μεις απ’ τους σινεμάδες πάνω απ’ τον μαντρότοιχο. Θέλαμε τον Ιορδάνη, το λοιπόν, να μας σφυρίζει άμα πέρναγε κανένας πολιτσμάνος ή αν στο εσωτερικό του οίκου υπήρχε κινητικότης. Στα σκούρα το ‘σκαγε ο χλιμίντζουρας και δίχως το σινιάλο. Θαύμα αγέννητο από Ιορδάνης να γίνεσαι Ζορντάν κι από μυαλό αλάδωτο ατσίδας. Θεληματάς θα ήτανε κι ας ήταν πεθερός του. Και τούτο επί δοκιμή. Τα παράλεγε από μόνος του μπας κι ανέβαινε στον οφθαλμό της ομήγυρης.
          Ρούπωνε ρετσίνα, ευφραίνονταν το φυλλοκάρδι του και όλο και παινευόταν. Έλεγε για τα εδέσματα που είχαν ονόματα απ’ την αλλοδαπή, για τους ραφτάδες που είχανε ιδρώσει στα Παρίσια πριν έρθουν να γαζώσουν τη ντόπια υψηλή κοινωνία, για τα σουλάτσα κάθε Κυριακήν εσπέραν εις τους κήπους και τα δικά του τα χαΐρια. Και μολόγαγε, ρούφαγε ρετσίνα και κέρναγε πιοτί και σιγαρέτα με το φίλτρο τους παρακαλώ.
          Αράζαμε κι εμείς ολόγυρα και κάναμε χάζι τον καμπόσο να γκορδώνεται και να φουσκώνει σαν ασκί. Τούτα που τα ‘λεγε τα ακούγαμε κι ολίγον βερεσέ μα τσούλαγε η ώρα ρέγουλο και δίναμε τόπο στον Ζορντάνη καθώς κελάηδαγε. Κι έλεγε για τα σπίτια τα δίπατα, τα τρίπατα, για τους λακέδες που ‘χανε για υπηρετικό προσωπικό, για τις συλλογές από κουμπούρια του πεθερού και τις κασετίνες τα μπριγιάνια οπού ‘χε η σύζυγος. Άλλα ολόχρυσα βαρύτερα κι απ’ τις θήκες τους κι άλλα με τα πετράδια τους, «αμυθήτου αξίας» κατά πως τα ‘λεγε.
          Γύρισα και κοίταξα τον Πανάγο. Είχεν απαρατήσει τα μεζεκλίκια όπως – όπως και είχε στρογγυλοκαθίσει απέναντι από τον Ζορντάνη κι άκουγε με προσοχή. Άπαξ το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, η συνεννόηση είχε γίνει. Δεν άργησα να καληνυχτίσω. Κίνησα για το τσαρδί μου. Άφηκα τον Ζορντάνη να μολογάει και με το νου άρχισα να στήνω τη δουλειά.

        Το τριαντακονταήμερο του επόμενου μηνός ο Μηνάς ανέλαβε έργο. Την έστηνε κάθε πρωί στη γειτονιά του Ζορντάνη. Σουλάτσερνε τα πέρα – δώθε του κι έκοβε κίνηση. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει και κάθε πότε. Είχε ‘κονομήσει του λόγου του και δυο μανίκια απ’ αυτά τα επιπλέοντα οπού ‘χουν οι γραφιάδες, καθώς κι ένα μάτσο μούφα επισημοχάρτια και περνιότανε κι η αφεντιά του για υπάλληλος από ‘κείνους του δημοσίου. Ο Ζορντάνης όπως έφευγε τα πρωινά έφτανε απόγευμα για να επιστρέψει. Κίνδυνος δε λογιότανε να τον απαντήσει. Στα μπες – βγες ο Μηνάς μέτρησε λίγο – πολύ τα ίδια άτομα. Την προικισμένη, τους γονιούς της, δυο υπηρέτριες και μια σοφεράντζα. Ο πατήρ μετά του σοφέρ μπαινοβγαίνανε αντάμα. Η προικισμένη κι η μάνα της ξεπόρτιζαν ολοένα για τας κοινωνικάς τους υποχρεώσεις και έμεναν ξοπίσω οι δύο υπηρέτριες. Η μία με τσιμπημένα τα χρονάκια της, ολόγιομη στα κιλά της και η άλλη η μικρότερη, ζαργάνα σωστή. Έβγαινε καμιά φορά και χάζευε η γειτονιά από τα κάλλη της. Τις Κυριακές πέταγε τα πανωμάνικα ο Μηνάς και τους φακέλους, έβαζε το γιλεκάκι του για τα πιο επίσημα, φόραγε κι ένα καπελάκι προς αποφυγήν αναγνωρίσεως κι έκανε την περαντζάδα του σαν τον υπόλοιπο κόσμο της γειτονιάς. Μετά το γεύμα το μεσημεριανό το δίπατο του σώγαμπρου Ζορντάνη άδειαζε. Έπαιρναν τα ρεπά τους κι οι υπηρέτες, πήγαιναν και τ’ αφεντικά τις βόλτες τους.
          Περί των τριών εβδομάδων αργότερα κι ενώ βρισκόμασταν ακόμη επί  της αναγνωρίσεως, κανόνισε ο Μηνάς την πρώτη του συνάντηση μετά τις υπηρετριούλας. Παραμόνευε πότε θα εξέλθει η μικράν. Μόλις είχε στάξει την μπόρα του ο ουρανός και αφέθηκε ο Μηνάς κι έγινε μουσκίδι. Κατόπιν, έκατσε στ’ απόβροχο και παραμόνευε. Άμα και εξήλθε η μικράν έκανε ετούτος πως καταριότανε την τύχη του και τίναζε το δροσόσταλο από τα πέτα. Τσίμπησε η υπηρετριούλα και ζύγωσε. Άπαξ και τον ρώτησε τι έπαθε, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι και ο μυς εις την παγίδαν. Προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και να περάσουν εις τα εσωτερικά για να στεγνώσει, να πιει και κάτι το ζεστό.
          Τον έμπασε από την πίσω πόρτα ίσα στα κουζινομαγεριά. Άραξε ο Μηνάς στις περιποιήσεις κι άρχισε με τρόπο το ερωτηματολόγιο. Ποιοι μένανε και πόσοι, πόσες κάμαρες είχεν η οικία και πόσες σάλες. Ζύγιασε την εξώπορτα της κουζίνας και είδε το μάνταλο ασθενικό. Ήπιε το χαμόμελο, ευχαρίστησε τα δέοντα και εξήλθε. Κατά πως φαινότανε η δουλειά έμελε να γίνει Κυριακήν εσπέραν, οπότε και το πεδίο ήτο ελεύθερο δηλαδή.
          Ένα μερόνυχτο νωρίτερα, το Σαββάτο, πήγε ο Αρίστος στον κουμπάρο του στην Καστέλα. Του ζήτησε το όχημα δανεικό για την επομένη τάχα μου για να βοηθήσει έναν φίλο του στα κουβαλήματα για το νυφιάτικο το σπίτι. Όχι δεν του ‘πε κι έτσι κανονίσαμε το μεταφορικό. Ο Αρίστος θα περίμενε να τελέψει η δουλειά στον διπλανό το δρόμο. Ο Πανάγος θα φύλαγε τσίλιες έξω απ’ τον μαντρότοιχο. Του λόγου μου με τον Μηνά θα κάναμε την μπούκα.
          Όπερ και εγένετο. Τ’ απομεσήμερο της Κυριακής αφήκαμε το λιμάνι κι ανεβήκαμε για την αριστοκρατία. Σουρούπωνε νωρίς. Χινόπωρο προχωρημένο. Ξαμοληθήκαμε στα σουλάτσα μην κινήσουμε και υποψίες όλοι αντάμα – αντάμα. Ο Πανάγος κινιότανε πλησίον της οικίας και μέτραγε τα εξελθόντα πρόσωπα. Πρώτιστα εξήλθε η σοφεράντζα, αργότερα ο Ζορντάνης μετά συζύγου και πεθερικών. Στα ύστερα φύγανε η ολόγιομη με τη ζαργάνα.
          Σαν αραίωσε η κίνηση στο δρόμο, πήραμε θέσεις. Ο Μηνάς, ατσίδας σωστός σε τέτοια, άνοιξε την αυλόπορτα στο πιτς  φυτίλι και μ’ ένα σάλτο βρεθήκαμε κι οι δύο μέσα. Φτέρωσαν τα ποδάριά μας και με πήγε στην πίσω πόρτα. Το μάνταλο ασθενικό, όπως το λογάριασε ο Μηνάς, μας έκανε τη χάρη και γλίστρησε ταχέως. Με το φανό ζερβά, έφεγγα στα πατήματά μας μη λάχει και σκοντάψουμε. Βγήκαμε απ’ το μαγεριό ίσαμε τα σαλόνια. Αντικριστά τα πλατύσκαλα από μάρμαρο, όπως τα μολόγαγε ο Ζορντάνης. Τραβήξαμε πάνω κατά τις κάμαρες όπου λογαριάζαμε θα βρούμε τα μπριγιάνια. Περάσαμε δυο από δαύτες εις μάτην. Μηδέ μπριγιάνι, μηδέ χρυσαφικό. Ούτε σε συρτάρι, ούτε σε ντουλάπι. Η δουλειά έπρεπε να ‘ναι τακτικιά και δεν αφήναμε ατσαλιό.
          Στην τρίτη πλέον κάμαρη βρήκαμε το στόχο μας. Ατσαλωμένο πατόκορφα, δίπλα απ’ τους καθρέφτες, έβλεπα για πρώτη μου φορά χρηματοκιβώτιο. Αλλάξαμε βλέμματα με το Μηνά κι είδαμε δε μας παίρνει. Κόλπα τέτοια δεν τα ‘χαμε φτασμένα. Σιχτίρισα την γκαντεμιά μου και πήραμε την απόφαση να φύγουμε. Η ώρα τσούλαγε κι η ιστορία μάκραινε. Αρχή για την επιτυχία πάσης δουλειάς είναι η συντομία. Ένα κι ένα κάνουν δυο κι εμάς μας είχε πάρει ήδη κατιτίς παραπάνω. Κάναμε να βγούμε στην κορφή της σκάλας μα ακούσαμε ξεμανταλώματα.
          Καθώς ιστόρησε αργότερα ο Πανάγος, η ζαργάνα είχε επιστρέψει ποδαράτη άξαφνα. Έκρωξε εκείνος το σινιάλο, αλλά ο σοβάς της αριστοκρατίας δεν είναι ίδιος με της φτωχολογιάς. Στα χαμόσπιτα μπαίνει τ’ αγέρι παρέα με τους αχούς του δρόμου. Εκεί, σινιάλα και συνθήματα ξεμένανε απ’ έξω. Έδωσε – πήρε ο δόλιος, μα εμείς στο εσωτερικό χαμπάρι. Μέχρι που η μικράν πέρασε το κατώφλι έμεινε ο Πανάγος στο χάζι. Έπειτα, πήγε ν’ ανταμώσει τον Αρίστο και έμειναν στο πόστο τους όσο δε ‘δίναν στόχο.
          Στα ενδότερα εμείς κρυφτήκαμε στο γύρισμα της σκάλας και βάναμε με το νου μας το τι ήταν φρόνιμο να πράξουμε. Ξέκλεψε ο Μηνάς δυο βλέφαρα και είδε ότι ήταν η ζαργάνα. Μου ‘κανε νόημα να κάμω ήσυχα και ν’ αναμένω. Γλίστρησε ο όφις τη σκάλα μέχρι κάτω, την ώρα που η μικράν είχε την πλάτη γυρισμένη. Το αίμα μου κόπηκε και βάλθηκα να σκέφτομαι το ξεφτιλίκι έμπροσθεν του Ζορντάνη. Άλλα τα άντεχα. Μέχρι και τη στενή. Τον Ζορντάνη να με λυπάται δεν το χώραγε ο νους μου όμως.
          Μες τη θολούρα μου και την ανυμποριά μου άκουσα το Μηνά να πιάνει την κουβέντα. Άλλο και τούτο πάλι. Τι είχε σκοπό να κάνει, ο Θεός κι η ψυχή του. «Ψιτ, είσαι μόνη;» τη ρώτησε. Λαχτάρισε η μικράν κι αλάφιασε. Έκανε να φωνάξει, αλλά ο Μηνάς την πρόκαμε. «Θέλω να σου μιλήσω. Σε παραμόνευα στον κήπο να γυρίσεις. Είσαι μόνη;» Γλύκανε ετούτη που τ’ ομορφόπαιδο έκανε τέτοιες ανδραγαθίες για ‘κείνη και σίμωσε. «Δεν πρέπει να ‘σαι ‘δω. Είναι επικίνδυνο. Από στιγμή σε στιγμή θα αρχίσουν να ‘ρχονται και θα ‘βρω τον μπελά μου. Κι εγώ κι εσύ.» «Πάμε κάπου να σου μιλήσω» της είπε ο Μηνάς και βγήκανε στον κήπο. Ξοπίσω σύρθηκα κι εγώ. Σαν έκοψαν αυτοί κατά τα δέντρα στην άκρη του μαντρότοιχου, βγήκα κι εγώ στον καθαρόν αέρα. Με δυο πιλάλες δρασκέλισα στην αυλόπορτα και τράβηξα για το διπλανό στενό όπως πρότασσε το σχέδιο.
          Το πως τα κουμάντρισε ο Μηνάς με την ζαργάνα το ξέρει μόνος του. Κανά τέταρτο της ώρας αργότερα εμφανίστηκε με το μειδίαμα μέγιστον του μύστακος. Της πούλησε αγάπες, έρωτα και λέλουδα κι εκείνη του ‘κλεισε και ραντεβουδάκι την ερχομένη Κυριακή στο ρεπό της.
          Σε συνέχεια της αποφράδας εκείνης νυχτός, ο Πανάγος απαρνήθηκε τις βρωμοδουλειές και βάλθηκε να φέρει γύρα το ταβερνάκι και ν’ αποκαταστήσει την Καιτούλα. Εγώ με τον Αρίστο απομείναμε στα γνώριμα, στα πέριξ. Να περιπαίζουμε κανά Αμερικανάκι απ’ τους στόλους που μας επισκέπτονταν ενίοτε, να ‘κονομάμε λίγα δηλαδή, αλλά εύκολα κι αναίμακτα. Που και που είχαμε και το Μηνά για παρέα. Τα χούγια δεν κόβονται μαχαίρι. Είχε ανέβει στην εκτίμηση όλων μας κι εγώ του χρώσταγα χάρη και με το παραπάνω. Το ‘λεγεν η περδικούλα του κι ήτανε παλικάρι. Ο μόρτης κάθε Κυριακή ανέβαινε στα λημέρια του Ζορντάνη κι έβγαζε βόλτα τη ζαργάνα. Τουτέστιν, το όφελος της όλης εργασίας ήτο το ειδύλλιο του Μηνά. Του λόγου μου το πήρα απόφαση να μην αλλάξω τον αέρα του λιμανιού, να κουκουλωθώ το Μαρικάκι που ξεροστάλιαζε στο δικό μου το καρτέρι και να κάνω πια βήματα όσα κι η δρασκελιά μου. Τα ξανοίγματα να μένουνε για άλλους.



Αλεξία Μπουκουβάλα



(Αυτο το κειμενο δημοσιευθηκε στο λογοτεχνικο περιοδικο "Νησιδες".Λογος ομορφος, απλος και παν' απ' ολα μαγκικος. Θελω να ευχαριστησω την φιλη  Αλεξια που μου εδωσε την αδεια γι' αυτη την δημοσιευση)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου